
Η κατανάλωση ψυχοτρόπων φαρμάκων αυξάνεται σε πλουσιότερες χώρες και με μεγαλύτερη ισότητα των φύλων, ενώ σε χώρες με χαμηλότερη ισότητα, καταναλώνονται περισσότερο από κορίτσια
Η ψυχική υγεία των εφήβων βρίσκεται όλο και πιο συχνά στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης στην Ευρώπη. Και δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί.
Μεταξύ του 1990 και του 2021, τα περιστατικά κατάθλιψης και αγχώδους διαταραχής στις ηλικίες 10 έως 24 ετών αυξήθηκαν σταθερά σε ολόκληρη την Ευρώπη, και επιδεινώνονται ταχύτατα τα τελευταία χρόνια.
Παράλληλα, μια λιγότερο ορατή αλλά εξίσου αποκαλυπτική τάση κερδίζει έδαφος. Όλο και περισσότεροι έφηβοι χρησιμοποιούν αγχολυτικά, υπνωτικά και κατασταλτικά φάρμακα, είτε με ιατρική συνταγή είτε χωρίς αυτήν.
Μια νέα ευρωπαϊκή μελέτη της ερευνητικής ομάδας OPIK του Πανεπιστημίου της Χώρας των Βάσκων (EHU) αποτυπώνει για πρώτη φορά σε πανευρωπαϊκή κλίμακα πώς οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες κάθε χώρας συνδέονται με αυτή τη φαρμακευτική κατανάλωση. Και το πιο εντυπωσιακό εύρημα δεν αφορά μόνο το πόσο καταναλώνονται τα ψυχοτρόπα φάρμακα, αλλά ποιοι τα καταναλώνουν, καθώς σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, τα κορίτσια προηγούνται ξεκάθαρα των αγοριών.
«Για χρόνια παρατηρούσαμε ένα σημαντικό χάσμα φύλου στην κατανάλωση ψυχοτρόπων ουσιών μεταξύ των νέων στη Χώρα των Βάσκων και στην Ισπανία γενικότερα. Τώρα μπορέσαμε να εξετάσουμε το φαινόμενο σε ευρωπαϊκό επίπεδο», εξηγεί σε δελτίο τύπου ο ερευνητής Ξάμπι Μαρτίνεθ-Μέντια, μέλος της ομάδας OPIK, ο οποίος μελετά τη σχέση ανάμεσα στους κοινωνικούς παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία και τις δημογραφικές μεταβολές.
Οι ερευνητές αξιοποίησαν στοιχεία από την έρευνα ESPAD του 2019 (Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Έρευνας Σχολείων για το Αλκοόλ και άλλα Ναρκωτικά), μία από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές βάσεις δεδομένων για τη συμπεριφορά των εφήβων, και ανέλυσαν πληροφορίες από σχεδόν 97.000 νέους ηλικίας 15 έως 16 ετών σε 32 χώρες. Τα αποτελέσματα αποκάλυψαν έναν εξαιρετικά ανομοιογενή χάρτη.
Στην Ελλάδα και τη Σλοβενία, το ποσοστό χρήσης ψυχοτρόπων φαρμάκων μεταξύ των εφήβων βρισκόταν στο 6%. Στην Ιταλία έφτανε το 10%, ενώ στη Λετονία εκτοξευόταν στο 28%.
Πίσω όμως από αυτές τις διαφορές κρυβόταν ένα μοτίβο που επαναλαμβανόταν σχεδόν παντού. Τα κορίτσια κατανάλωναν περισσότερα ψυχοτρόπα φάρμακα από τα αγόρια. Στην Ισπανία, για παράδειγμα, το συνολικό ποσοστό χρήσης ήταν 14,1%, αλλά αναλυτικά έφτανε το 14,6% για τα κορίτσια και το 13,6% για τα αγόρια. Αν και η διαφορά μοιάζει μικρή, η εικόνα αλλάζει δραματικά όταν συγκριθούν διαφορετικές χώρες.
Η ομάδα OPIK δεν περιορίστηκε στην καταγραφή των ποσοστών. Προσπάθησε να κατανοήσει γιατί εμφανίζονται αυτές οι διαφορές. Για τον σκοπό αυτό, οι ερευνητές εξέτασαν παράγοντες όπως το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, οι μισθολογικές ανισότητες και οι δείκτες ισότητας των φύλων, συνδυάζοντας ατομικά κοινωνικά και δημογραφικά δεδομένα με χαρακτηριστικά κάθε χώρας.
Τα αποτελέσματα αποδείχθηκαν πιο σύνθετα από ό,τι θα περίμενε κανείς. Οι χώρες με μεγαλύτερες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, με χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα και με μεγαλύτερα προβλήματα ισότητας φύλων εμφάνιζαν γενικά χαμηλότερη συνολική κατανάλωση ψυχοτρόπων φαρμάκων. Ωστόσο, σε αυτές τις ίδιες χώρες το χάσμα μεταξύ αγοριών και κοριτσιών ήταν σημαντικά μεγαλύτερο. Η μείωση της συνολικής κατανάλωσης οφειλόταν κυρίως στα χαμηλότερα ποσοστά χρήσης από τα αγόρια, ενώ τα κορίτσια εξακολουθούσαν να αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των χρηστών.
Το αντίθετο συνέβαινε στις πιο εύπορες και ισότιμες κοινωνίες. Εκεί, τα συνολικά ποσοστά χρήσης ήταν συχνά υψηλότερα, αλλά η διαφορά ανάμεσα στα δύο φύλα περιοριζόταν αισθητά.
Η Νορβηγία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Διαθέτει ένα από τα υψηλότερα κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ευρώπη και συγκαταλέγεται στις χώρες με τις καλύτερες επιδόσεις στην ισότητα των φύλων. Παρότι περίπου το 14% των εφήβων ανέφερε ότι έχει χρησιμοποιήσει κάποια στιγμή ψυχοτρόπο φάρμακο, τα ποσοστά μεταξύ αγοριών και κοριτσιών ήταν σχεδόν ταυτόσημα.
Η Ουγγαρία παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Παρά το γεγονός ότι το συνολικό ποσοστό χρήσης βρίσκεται κοντά στο νορβηγικό επίπεδο, δηλ. στο 12,3%, η απόσταση ανάμεσα στα φύλα είναι πολύ μεγαλύτερη. Το 14,8% των κοριτσιών δήλωσε χρήση τέτοιων ουσιών, έναντι μόλις 9,8% των αγοριών. Με άλλα λόγια, η συνολική κατανάλωση μπορεί να είναι χαμηλότερη, αλλά η ανισότητα είναι σαφώς μεγαλύτερη.
Η μελέτη κατέγραψε στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις ανάμεσα στη χρήση ψυχοτρόπων φαρμάκων, τόσο σε ιατρικό όσο και σε μη ιατρικό πλαίσιο και στο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης και ισότητας μεταξύ φύλων κάθε κοινωνίας.
Ωστόσο, οι ίδιοι οι ερευνητές τονίζουν ότι τα ευρήματα δεν εξαντλούν την εξήγηση του φαινομένου. Αντίθετα, ανοίγουν τον δρόμο για νέα ερωτήματα.
Πώς αντιλαμβάνεται κάθε κοινωνία τα προβλήματα ψυχικής υγείας; Πόσο εύκολα οδηγούνται οι έφηβοι στις υπηρεσίες υγείας; Πόσο συχνά οι γιατροί επιλέγουν να συνταγογραφήσουν αγχολυτικά ή κατασταλτικά φάρμακα; Υπάρχουν διαφορές στον τρόπο με τον οποίο αξιολογούνται τα συμπτώματα αγοριών και κοριτσιών; Και μήπως οι διαδικασίες κλινικής αξιολόγησης της ψυχικής δυσφορίας επηρεάζουν διαφορετικά τα δύο φύλα;
Η έρευνα της OPIK είναι η πρώτη στην Ευρώπη που εξετάζει συστηματικά πώς οι κοινωνικοί παράγοντες μιας χώρας επηρεάζουν τη χρήση αγχολυτικών από εφήβους μέσα από το πρίσμα του φύλου. Και αν υπάρχει ένα συμπέρασμα που ξεχωρίζει, είναι ότι οι αριθμοί από μόνοι τους δεν αρκούν. Η αυξανόμενη χρήση ψυχοτρόπων φαρμάκων στους εφήβους δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ατομικής ψυχικής υγείας. Αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες αντιλαμβάνονται την ψυχική δυσφορία, οργανώνουν τα συστήματα υγείας τους και διαμορφώνουν τις έμφυλες προσδοκίες τους.


