
Το κεφάλαιο των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών δεν αποτελεί παρά μια μικρογραφία της μεγαλύτερης ιστορίας του πώς παράγεται η τροφή, με τι κόστος και για ποιους. Το πρόβλημα δεν είναι η γενετική μηχανική, αλλά το ποιος την ελέγχει, εξηγεί στο Dnews ο καθηγητής βιοπληροφορικής Κώστας Μπουγιούκος.
Στα 30 χρόνια της μαζικής καλλιέργειας γενετικά τροποποιημένων οργανισμών (ΓΤΟ) στην Αμερική, το κόστος των τροφίμων υπερ-διπλασιάστηκε και η τελική τιμή για τον καταναλωτή πενταπλασιάστηκε.
Κι όμως, αγνοώντας αυτή την πραγματικότητα, η Ευρώπη ετοιμάζεται να επιτρέψει την εμπορία και την καλλιέργεια μιας νέας γενιάς ΓΤΟ με το ίδιο ακριβώς πρόσχημα: την υπόσχεση για ένα «βιώσιμο» και «ανθεκτικό» σύστημα τροφίμων.
Το μόνο που αλλάζει 30 χρόνια μετά είναι η μέθοδος παρέμβασης στο DNA του φυτού, με τους ΓΤΟ να βαφτίζονται πλέον «νέες γονιδιωματικές τεχνικές» (ΝΓΤ).
Υιοθετώντας το αφήγημα των τριών μεγαλύτερων εταιριών βιοτεχνολογίας που ελέγχουν σήμερα πάνω από το 90% της παγκόσμιας αγοράς σπόρων και εφοδίων, η Κομισιόν προωθεί την απορρύθμιση της αγροτικής παραγωγής.
Μέσω ενός νέου κανονισμού, επιχειρεί να εξισώσει τα γενετικά τροποποιημένα φυτά με τις συμβατικές ποικιλίες, καταργώντας κάθε υποχρέωση σήμανσης, ιχνηλάτισης και εκτίμησης κινδύνου.
Στην προσπάθειά της αυτή υιοθέτει ακόμη και την μεγαλύτερη αντίφαση του εν λόγω αφηγήματος: Από τη μία ισχυρίζεται ότι οι νέες γενετικά τροποποιημένες καλλιέργειες είναι «ισοδύναμες» με τις παραδοσιακές μεθόδους καλλιέργειας και καταργεί κάθε μέτρο προστασίας του καταναλωτή. Και από την άλλη δίνει το «πράσινο φως» στο πατεντάρισμα της ίδιας της αλληλουχίας του DNA, βαφτίζοντας συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των φυτών ως «εφεύρεση» της γενετικής μηχανικής.
Σε μια προσπάθεια να αποσαφηνίσουμε το τι επιχειρείται τα τελευταία (τουλάχιστον) τρία χρόνια στην ΕΕ μιλήσαμε με τον Κώστα Μπουγιούκο, επίκουρο καθηγητή βιοπληροφορικής στο Université Paris Cité.
Ξεκίνησε την κουβέντα μας με έναν μάλλον απροσδόκητο τρόπο: «Πρέπει να ξεκολλήσουμε από τη μανιέρα του “είναι κακό να επεμβαίνουμε στο DNA”».

«Η ίδια η ύπαρξή μας στον πλανήτη είναι “κόντρα” στην φύση»
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από το «τι είναι φυσικό και τι είναι τεχνητό».
«Η φύση έχει φτιάξει όλα αυτά τα ζώα και τα φυτά μετά από 4 δισεκατομμύρια χρόνια εξέλιξης ζωής στη γη. Ο άνθρωπος έχει εμφανιστεί ένα δευτερόλεπτο σε αυτή την ιστορία, αν τη δούμε σαν μία μέρα».
Όταν πριν 10.000 χρόνια, ο άνθρωπος πήρε ένα φυτό και το διασταύρωσε με ένα άλλο, έκανε κάτι που ίσως η φύση δεν θα έκανε ποτέ. Στο πλαίσιο της κλασικής βελτίωσης, κάνουμε λίγο έως πολύ το ίδιο: Διασταυρώνουμε ποικιλίες και από εκεί φτιάχνουμε κάποια επιθυμητά χαρακτηριστικά για να μπορούμε να καταναλώσουμε μια σειρά από προϊόντα.
«Την πατάτα την άγρια δεν μπορούμε να τη φάμε. Κανένα από τα φυτά που μπορείτε να σκεφτείτε δεν μπορούσαμε να το φάμε». Με απλά λόγια, «αν βασιζόμασταν στην φύση, δεν θα είχαμε φαγητό», εξηγεί. «Φυσικά υπάρχουν επεμβάσεις που είναι πιο ήπιες, όπως οι διασταυρώσεις. Αλλά και αυτό επέμβαση είναι.»
Ακολούθησαν τα υβρίδια κι έπειτα η γενετική μηχανική: Πριν από περίπου 40 χρόνια δόθηκε πλέον η δυνατότητα παρέμβασης στο DNA. «Πού σημαίνει πως μπορώ να βάλω ένα γονίδιο από κάποιο άλλο φυτό ή κάποιο άλλο ζωικό οργανισμό σε ένα φυτό για να έχει κάποιο επιθυμητό χαρακτηριστικό».
«Εδώ έχει πλέον σημασία το ποιος κάνει την παρέμβαση και για ποιο λόγο. Η τεχνική έχει μάλλον δευτερεύουσα σημασία, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζεται το ρίσκο και η προσοχή που απαιτούνται.
«Η ίδια η ύπαρξή μας στον πλανήτη είναι, πώς να το πω, “κόντρα” στη φύση. Την χρησιμοποιούμε, αν το θέλετε», υπογραμμίζει.
Πόσες αλλαγές στο DNA κάνουν έναν φυτό μεταλλαγμένο;
Η πρώτη γενιά των μεταλλαγμένων αφορούσε κυρίως φυτά μεγάλης καλλιέργειας – σόγια καλαμπόκι και ρύζι – που προέκυψαν με εισαγωγή ξένου DNA στο γονιδίωμα.
Το κυρίαρχο γενετικά τροποποιημένο φυτό των τελευταίων τριάντα ετών, η σόγια της Monsanto, χρησιμοποιείται κατά βάση για ζωοτροφές και φέρει ένα γονίδιο βακτηρίου το οποίο του δίνει ανθεκτικότητα στο Roundup (γλυφοσάτη), ζιζανιοκτόνο που κατασκευάζει η ίδια εταιρία.
Η νέα γενιά των ΓΤΟ (ΝΓΤ-1) θα φτάνει απευθείας στο τραπέζι μας, εκτιμά ο καθηγητής. Παρότι για την ώρα υπάρχει απλά ένας κατάλογος 60-80 νέων προϊόντων, που δεν είναι εμπορικά διαθέσιμα, πρόκειται για φρούτα και λαχανικά, τα οποία έχουν υποστεί έως 20 τροποποιήσεις στο γονιδίωμά τους.
Γιατί είκοσι; Ο αριθμός δεν έχει καμία επιστημονική βάση.
«Δεν υπάρχει κάποιος κόφτης που λέει ότι αν κάνω 20 είναι γενετικά τροποποιημένο, αν κάνω λιγότερες από 20 δεν είναι γενετικά τροποποιημένο».
«Πιθανότατα έχει γίνει κάποια εκτίμηση κινδύνου και έχει βρεθεί πως έως είκοσι τροποποιήσεις ενέχουν περιορισμένο ρίσκο παρενεργειών ή από την αντίστροφη πως για κάποια φυτά μπορούν να έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα με λιγότερες αλλαγές, οπότε δεν θέλουν αυτά να τα χαρακτηρίζονται γενετικά τροποποιημένα».
Η εκτίμηση του Κώστα Μπουγιούκου είναι πως η νέα γενιά των μεταλλαγμένων θα φέρει χαρακτηριστικά που έχουν να κάνουν με το μάρκετινγκ. «Θα φτιάχνουν ντομάτες που δεν χαλάνε ποτέ, κατακόκκινα καρπούζια ή μαρούλι που δεν μαραζώνει».
Θα προσφέρουν δηλαδή, υποτίθεται, ένα προϊόν βελτιωμένο οργανοληπτικά.
Αυτό όμως είναι ένα κατασκευασμένο και εξωραϊσμένο σενάριο.

Τι μας έμαθαν 30 χρόνια μεταλλαγμένων
Τρεις δεκαετίες πριν, το πρόσχημα ήταν η εξάλειψη της πείνας με την ενίσχυση της μαζικής παραγωγής και της φυτοπροστασίας. Σήμερα είναι η προσαρμογή της γεωργίας στην κλιματική κρίση.
Από τα δεκάδες διαγονιδιακά φυτά που διαφημίστηκαν ελάχιστα κυκλοφόρησαν και χρησιμοποιήθηκαν σε μεγάλη κλίμακα – και αυτά κατά βάση στην Αμερική και την Ασία.
Η γενετικά τροποποιημένη σόγια δεν έλυσε το πρόβλημα της πείνας. Αντίθετα εκτόξευσε τις πωλήσεις και τη χρήση του Roundup σε ολόκληρο τον πλανήτη, γεγονός που ενίσχυσε τις μεγάλες εκμεταλλεύσεις και συγκεντροποίησε την παραγωγή τροφής σε όλο και λιγότερους.
Αντί να καταπολεμούν τα ζιζάνια με το χέρι ή ειδικά μηχανήματα, οι παραγωγοί στράφηκαν σε σπόρους της Monsanto που είναι ανθεκτικοί στους μαζικούς ψεκασμούς με Roundup, ζιζανιοκτόνο (επίσης) της Monsanto.
«Το σπέρνεις, ψεκάζεις, πεθαίνουν τα ζιζάνια, ζει μόνο η σόγια σου».
Δεκάδες χιλιάδες Αμερικανοί αγρότες έχουν έκτοτε μηνύσει την Monsanto – και κατ’επέκταση τη Bayer που την εξαγόρασε – καθώς εμφάνισαν λέμφωμα μη Hodgkin και άλλους τύπους καρκίνου.
Για τους καρκίνους δεν ενοχοποιείται η μεταλλαγμένη σόγια, αλλά η γλυφοσάτη του Roundup.
O Μπουγιούκος εξηγεί πως υπάρχουν πράγματι σοβαροί κίνδυνοι υγείας, ωστόσο αυτοί έχουν να κάνουν περισσότερο με τα άτομα που δουλεύουν την γη, αλλά και όσους εκτίθενται σε μεγάλες ποσότητες χημικών.
Ο ίδιος εκτιμά πως το πόσο τοξική ή αλλεργιογόνος θα είναι η τροφή μας μπορεί, στην πραγματικότητα, να βρεθεί εύκολα.
Αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί το σημαντικό αποτύπωμα της καλλιέργειας γενετικά τροποποιημένων οργανισμών στη βιοποικιλότητα, τους φυσικούς πόρους και το περιβάλλον. Οι συγκεκριμένες ποικιλίες παρουσιάζουν αυξημένες απαιτήσεις σε λιπάσματα και ζιζανιοκτόνα – για την παραγωγή των οποίων απαιτούνται ορυκτά καύσιμα – ενώ παράλληλα αυξάνουν κατακόρυφα την ανάγκη για νερό.

«Το γενετικό υλικό δεν ανήκει σε κανένα»
Σε όλη τη διάρκεια της κουβέντας μας, ο Κώστας Μπουγιούκος επανέρχεται διαρκώς στο ζήτημα της πατέντας.
Όπως εξηγεί, «μια από τις πιο σημαντικές δουλειές στην βελτίωση και την ανάπτυξη νέων ποικιλιών είναι να βλέπουμε κάποια μεμονωμένα επιθυμητά χαρακτηριστικά που έχουν κάποια μη βρώσιμα φυτά και ζώα στη φύση και να προσπαθούμε να τα εισάγουμε σε αυτά που τρώμε. Δηλαδή, μία ανθεκτικότητα σε ασθένεια, μία ανθεκτικότητα σε ξηρασία, μία ανθεκτικότητα σε κάποιο έντομο, ένα χαρακτηριστικό που θα τα κάνει πιο θρεπτικά και τα λοιπά».
«Αυτά τα έχει προσφέρει η φύση μέσα από την εξέλιξη και ανήκουν στην παγκόσμια κληρονομιά – πράγμα που σημαίνει πως κανείς δεν μπορεί να τα πατεντάρει».
Κι όμως αυτό που προβλέπει ο κανονισμός, που έρχεται τις επόμενες ημέρες προς ψήφιση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, είναι πως οι εταιρίες θα μπορούν πλέον να πατεντάρουν το γενετικό υλικό.
«Αυτό είναι, βασικά, το μεγάλο παραθυράκι που ανοίγει εδώ», τονίζει. «Ίσως το γράψουν με έναν τρόπο τεχνοκρατικό, για να μην είναι και τόσο εμφανές. Αλλά στην πράξη αυτό θα σημαίνει»
«Αν μια εταιρία κατασκευάσει ένα σπόρο με το “χ” χαρακτηριστικό, ή ακόμη κι αν το πάρει “πονηρά” από κάποια άγρια ποικιλία και το πατεντάρει, κάποιος που χρησιμοποιεί αυτή την άγρια ποικιλία είτε για βελτίωση είτε για να φτιάξει ένα δικό του σπόρο μπορεί να βρεθεί υπόλογος ότι “σπάει” την πατέντα της εταιρίας».
Το γενετικό υλικό, όμως, «δεν ανήκει σε κυβερνήσεις, δεν ανήκει σε εμάς».
«Το γενετικό υλικό των οργανισμών του πλανήτη δεν ανήκει σε κανέναν και δεν μπορεί να πατεντάρεται με καμία μορφή».
«Είναι υποχρεωμένοι να μας λένε τι τρώμε»
Τα ζητήματα της πατέντας και της σήμανσης είναι, για τον Κώστα Μπουγιούκο, τα δύο πιο επικίνδυνα σημεία της επικείμενης απορρύθμισης.
Εξισώνοντας τις ΝΓΤ με έως 20 τροποποιήσεις με τις συμβατικές ποικιλίες, η Κομισιόν ζητά την κατάργηση των μέτρων ασφαλείας που ισχύουν για τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς (έγκριση, σήμανση, ιχνηλασιμότητα, παρακολούθηση).
Πρακτικά ένα φυτό με έως 20 μεταλλάξεις δεν θα καλείται «μεταλλαγμένο», αλλά θα καλλιεργείται και θα διανέμεται προς κατανάλωση χωρίς καμία σχετική σήμανση.
Ο πολίτης έχει δικαίωμα να γνωρίζει, αντιτείνει ο Κώστας Μπουγιούκος. «Είτε με γενετική μηχανική, είτε με κλασική βελτίωση, είτε με άγρια ποικιλία, πρέπει να ξέρει τι είναι αυτό που τρώει και από που προέρχεται» Και εκεί εντάσσεται το ότι πρέπει να υπάρχει σήμανση, πλήρης ιχνηλάτιση και διαφάνεια σε όλη την αλυσίδα παραγωγής τροφίμων. Για όλα τα τρόφιμα.

Οι «γάμοι της κόλασης» και η συμφωνία της Mercosur
Το γιατί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πιέζει τα τελευταία αρκετά χρόνια για την κατάργηση αυτών των δικαιωμάτων, συνδέεται άμεσα, με τους «γάμους της κόλασης» – όπως σημειώνει ο Μπουγιούκος – και τη συμφωνία της Mercosur.
Έπειτα από τις μεγάλες εξαγορές της Monsanto από την γερμανική Bayern αλλά και της Novartis και της Sygenta (από την κινεζική ChemChina), η Κομισιόν επιχειρεί με την συμφωνία της Mercosur να εισάγει τροφή από τις χώρες της κεντρικής και Νότιας Αμερικής χωρίς αυτή να καλύπτεται από τους αυστηρούς κανόνες ελέγχου φυτοφαρμάκων, εργασίας, λιπασμάτων και γενετικά τροποποιημένων των «27».
Σε αντιστάθμισμα, θέλει να «υποχρεώσει» τις χώρες αυτές να αγοράζουν τεχνογνωσία και τεχνολογία δηλαδή σπόρους, εφόδια, λιπάσματα και φυτοφάρμακα από τις ευρωπαϊκές εταιρίες βιοτεχνολογίας.
Η νομοθεσία για τα ΝΓΤ θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ισχυρός μοχλός για την εφαρμογή της συμφωνία της Mercosur.
Προς το παρόν, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει καταφέρει να «παγώσει» την αμφιλεγόμενη συμφωνία Mercosur, παραπέμποντας την στο ανώτατο Δικαστήριο της ΕΕ. Η κρίσιμη μάχη για τα ΝΓΤ πρόκειται να δοθεί τις επόμενες ημέρες, πιθανότατα στις 17 Ιουνίου.


