Η υπόθεση της πολυπλόκαμης εγκληματικής οργάνωσης που δρούσε μέσα στις Φυλακές Σταυρακίου έφτασε σε μία από τις πιο καθοριστικές στιγμές της μετά την απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων. Μετά από μια μακρά ακροαματική διαδικασία, η Δικαιοσύνη προχώρησε στην επιβολή ιδιαίτερα αυστηρών ποινών, αποτυπώνοντας το βάρος των αδικημάτων αλλά και το εύρος της δράσης του κυκλώματος μέσα σε έναν χώρο που υποτίθεται ότι λειτουργεί υπό απόλυτο έλεγχο.
Σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, οι 16 κατηγορούμενοι αντιμετώπισαν βαρύτατες κατηγορίες: από ένταξη σε εγκληματική οργάνωση και διακίνηση ναρκωτικών, μέχρι νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Πρόκειται για ένα δίκτυο που, σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, δρούσε μεθοδικά, εκμεταλλευόμενο τόσο τις αδυναμίες του συστήματος όσο και τις διασυνδέσεις μεταξύ κρατουμένων και προσωπικού.
Η δίκη, που ξεκίνησε στις 14 Οκτωβρίου και σημαδεύτηκε από αλλεπάλληλες διακοπές, ολοκληρώθηκε με βαρύτατες καταδίκες. Ο αστυνομικός που υπηρετούσε στο σωφρονιστικό κατάστημα καταδικάστηκε σε 20 χρόνια κάθειρξη, καθώς κρίθηκε ότι συμμετείχε ενεργά στο κύκλωμα. Αντίστοιχα, ο υποδιευθυντής των φυλακών έλαβε ποινή 16 ετών για τον ρόλο του στη διευκόλυνση της δράσης της οργάνωσης. Και οι δύο, ήδη προφυλακισμένοι, επέστρεψαν άμεσα στις φυλακές.
Σημαντικές ποινές επιβλήθηκαν και σε τρεις γυναίκες εργαζόμενες: δύο υπάλληλοι του λογιστηρίου καταδικάστηκαν σε 10 χρόνια φυλάκιση, ενώ μία νεαρή γυναίκα καταδικάστηκε σε 7 χρόνια. Παρά τις βαριές ποινές, το δικαστήριο αποφάσισε την αποφυλάκισή τους με αναστολή ενόψει της εκδίκασης της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδόθηκε στον Αλβανό κρατούμενο που καταδικάστηκε σε 17 χρόνια κάθειρξη και χαρακτηρίστηκε ως ο «εγκέφαλος» του κυκλώματος. Μέσα από το εσωτερικό των Φυλακών Σταυρακίου, φέρεται να οργάνωνε πλήρως τη διακίνηση ναρκωτικών, τη διαχείριση των κερδών, καθώς και τον συντονισμό συνεργών εντός και εκτός φυλακών. Η δράση της οργάνωσης περιελάμβανε τη χρήση κινητών τηλεφώνων, την απόκρυψη χρημάτων και την αξιοποίηση προσωπικού των φυλακών, γεγονός που αναδεικνύει το βάθος της διαφθοράς.
Η απόφαση του δικαστηρίου θεωρείται ένα σημαντικό βήμα για την αποδόμηση του κυκλώματος, αλλά παράλληλα αφήνει ανοιχτά τα ερωτήματα για το πώς μια τέτοια οργάνωση κατάφερε να αναπτυχθεί μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η ασφάλεια και η εποπτεία θα έπρεπε να είναι αμετακίνητες προτεραιότητες.
