Η νέα έκθεση του ΟΟΣΑ για τη φορολογία στις χώρες-μέλη του Οργανισμού φέρνει την Ελλάδα στις πέντε πρώτες θέσεις με την υψηλότερη εξάρτηση από την έμμεση φορολογία, πολύ πάνω από τον μέσο όρο.
Η χώρα μας αντλεί σχεδόν το 41% των συνολικών φορολογικών εσόδων από τον ΦΠΑ και τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης (ΕΦΚ), με αποτέλεσμα να επιβαρύνονται δυσανάλογα τα μεσαία και χαμηλά εισοδηματικά στρώματα. Οι αυξημένες εισπράξεις από τον ΦΠΑ – λόγω και της ακρίβειας – καθώς και οι υψηλοί ΕΦΚ στα καύσιμα και άλλα προϊόντα ενισχύουν τα κρατικά έσοδα, αλλά πλήττουν την αγοραστική δύναμη των πολιτών.
Το 2024 τα φορολογικά έσοδα της Ελλάδας ανήλθαν στο 39,8% του ΑΕΠ, έναντι 34,1% του μέσου όρου του ΟΟΣΑ, κατατάσσοντας τη χώρα στη 10η θέση ως προς τη συνολική φορολογική επιβάρυνση. Η Ελλάδα βρίσκεται πάνω από χώρες όπως η Γερμανία (38%), η Ισπανία (36,7%) και το Ηνωμένο Βασίλειο (34,4%).
Παράλληλα, οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης αντιστοιχούν στο 28,8% των φορολογικών εσόδων, έναντι 25,5% του μέσου όρου του ΟΟΣΑ, επιβαρύνοντας το κόστος εργασίας. Η Ελλάδα είναι μία από τις οκτώ χώρες όπου οι εισφορές των εργαζομένων αποφέρουν περισσότερα έσοδα από τις εισφορές των εργοδοτών.
Αντίθετα, ο φόρος εισοδήματος είναι χαμηλότερος από τον μέσο όρο (15,5% έναντι 23,7%), με τα έσοδα να προέρχονται κυρίως από μισθωτούς και συνταξιούχους, ενώ οι ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι συνεισφέρουν λιγότερο σε σχέση με άλλες χώρες.
Η Ελλάδα έχει καταγράψει από το 2010 έως το 2024 αύξηση 7,4 ποσοστιαίων μονάδων στον λόγο φόρων προς ΑΕΠ – την τρίτη μεγαλύτερη στον ΟΟΣΑ μετά τη Σλοβακία και την Ιαπωνία – εξέλιξη που συνδέεται με την περίοδο των μνημονίων και τη συνεχή φορολογική επιβάρυνση των πολιτών.
Σε διεθνές επίπεδο, η έκθεση καταγράφει σαφή διαφοροποίηση: οι σκανδιναβικές χώρες εμφανίζουν υψηλούς φορολογικούς συντελεστές αλλά προσφέρουν ισχυρό κοινωνικό κράτος, ενώ χώρες του Νότου και της Λατινικής Αμερικής διατηρούν χαμηλότερους φόρους αλλά περιορισμένες παροχές.
