Το δημογραφικό δράμα που εκτυλίσσεται στην ύπαιθρο της Ηπείρου αποτυπώνεται με τον πλέον ζοφερό τρόπο μέσα από τη στατιστική έρευνα του εκπαιδευτικού και συγγραφέα Τάσου Βασιλείου για την περιοχή του πρώην Δήμου Μολοσσών. Τα στοιχεία σοκάρουν, καθώς αποκαλύπτουν μια περιοχή που από το σφρίγος των 6.776 κατοίκων το 1951, έχει καταρρεύσει στους μόλις 721 το 2024, με τη συντριπτική πλειονότητα αυτών να είναι ηλικιωμένοι. Η εικόνα των 30 χωριών της περιοχής, που συνορεύουν με τη Θεσπρωτία, θυμίζει πλέον «φαντάσματα» του παρελθόντος, καθώς οι αριθμοί των παιδιών προσχολικής και σχολικής ηλικίας έχουν εκμηδενιστεί. Είναι χαρακτηριστικό πως ενώ τη δεκαετία του ’50 φοιτούσαν στα τοπικά σχολεία πάνω από χίλιοι μαθητές, σήμερα το σύνολο των παιδιών που παραμένουν στα χωριά δεν ξεπερνά τα έξι, με την ερημοποίηση να παίρνει διαστάσεις εθνικής απειλής.
Η παρακμή δεν περιορίζεται μόνο στους αριθμούς, αλλά είναι ορατή στην καθημερινότητα: κλειστά σπίτια που παραδίδονται στη φθορά, χωράφια που κάποτε έσφυζαν από ζωή και τώρα καλύπτονται από αγκαθιές, και μια βουβή ύπαιθρος όπου ο ήχος των κουδουνιών από τα κοπάδια έχει πλέον σβήσει. Οι ελάχιστοι εναπομείναντες κάτοικοι, κυρίως γέροντες που βιώνουν τη μοναξιά, αποτελούν τους τελευταίους φρουρούς μιας παράδοσης και μιας «ταπεινής αρχοντιάς» που χάνεται ανεπιστρεπτί. Η έλλειψη βασικών υποδομών, από καφενεία μέχρι ιατρική περίθαλψη και τράπεζες, σε συνδυασμό με την οικονομική αδυναμία των νέων να επιβιώσουν μέσω της πρωτογενούς παραγωγής, οδηγεί σε έναν αναπόφευκτο αφανισμό. Η ανάγκη για ριζικές παρεμβάσεις, όπως η παροχή κινήτρων για αγροτοτουρισμό, η ενίσχυση της εντοπιότητας στις προσλήψεις και η αποκατάσταση του αισθήματος ασφάλειας, κρίνεται πλέον επιτακτική για να μην κοπούν οριστικά οι ρίζες της ελληνικής επαρχίας.
