Μια νέα σοβαρή εστία έντασης στις διεθνείς σχέσεις Ουάσιγκτον και Μόσχας προκάλεσε η επιχείρηση των αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων στον Ατλαντικό Ωκεανό, η οποία κατέληξε στην κατάσχεση δεξαμενόπλοιου που έφερε τη ρωσική σημαία. Σύμφωνα με τις επίσημες αναφορές, το πλοίο Marinera ακινητοποιήθηκε μετά από επέμβαση των αμερικανικών αρχών, με αποτέλεσμα την άμεση διακοπή κάθε επικοινωνίας με το πλήρωμα και τα συστήματα ναυσιπλοΐας του. Το περιστατικό αυτό πυροδότησε την οργισμένη αντίδραση της Ρωσίας, η οποία κάνει λόγο για μια παράνομη και βίαιη ενέργεια που παραβιάζει θεμελιώδεις κανόνες της διεθνούς ναυτιλίας σε διεθνή ύδατα.
Το ρωσικό Υπουργείο Μεταφορών, μέσω επίσημης ανακοίνωσης, καταδίκασε το συμβάν χαρακτηρίζοντάς το ως κατάφωρη παραβίαση του θαλάσσιου δικαίου. Η Μόσχα επικαλείται τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, υπογραμμίζοντας ότι η ελευθερία της ναυσιπλοΐας στα ανοικτά ύδατα είναι αδιαπραγμάτευτη και ότι κανένα κράτος δεν νομιμοποιείται να ασκεί βία ή να καταλαμβάνει πλοία που είναι νόμιμα νηολογημένα σε άλλη δικαιοδοσία. Η ρωσική πλευρά υποστηρίζει ότι η κίνηση των Ηνωμένων Πολιτειών συνιστά επικίνδυνο προηγούμενο που υπονομεύει την ασφάλεια των παγκόσμιων θαλάσσιων μεταφορών.
Η κατάληψη του δεξαμενόπλοιου Marinera έρχεται σε μια χρονική συγκυρία όπου οι σχέσεις των δύο υπερδυνάμεων βρίσκονται σε οριακό σημείο, προσθέτοντας ακόμη ένα αγκάθι στη διεθνή διπλωματία. Ενώ οι ΗΠΑ δεν έχουν ακόμη δημοσιοποιήσει τις ακριβείς αιτίες που οδήγησαν στην απόφαση για τη νηοψία και την κατάσχεση του σκάφους, η ρωσική κυβέρνηση διερευνά όλες τις νομικές και διπλωματικές οδούς για να απαντήσει στην ενέργεια αυτή. Το ζήτημα της δικαιοδοσίας στα διεθνή ύδατα επανέρχεται με ένταση στο προσκήνιο, με τη διεθνή κοινότητα να παρακολουθεί με ανησυχία την πιθανή κλιμάκωση της αντιπαράθεσης στις θαλάσσιες οδούς του Ατλαντικού.
