Οι δραματικές εξελίξεις στο Ιράν έχουν φέρει τον Ντόναλντ Τραμπ ενώπιον μιας από τις πιο κρίσιμες αποφάσεις της δεύτερης θητείας του, καθώς η Ουάσινγκτον καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην άμεση στρατιωτική εμπλοκή και τη διατήρηση μιας ακραίας πίεσης που αγγίζει τα όρια του παγκόσμιου οικονομικού πολέμου. Με τις διαδηλώσεις να πνίγονται στο αίμα και τις αναφορές για χιλιάδες νεκρούς να διαρρέουν παρά το ψηφιακό σκοτάδι, ο Αμερικανός πρόεδρος διεμήνυσε μέσω του Truth Social πως «η βοήθεια έρχεται», καλώντας τους Ιρανούς να συνεχίσουν τον αγώνα τους και διακόπτοντας κάθε διπλωματική επαφή με την Τεχεράνη μέχρι να σταματήσει η σφαγή των πολιτών. Η ρητορική αυτή, αν και γνώριμη για το ύφος του Τραμπ, συνοδεύεται πλέον από την εξέταση «πολύ ισχυρών επιλογών» στο Πεντάγωνο, οι οποίες περιλαμβάνουν από στοχευμένα πλήγματα ακριβείας σε κέντρα διοίκησης των Φρουρών της Επανάστασης μέχρι εκτεταμένες κυβερνοεπιθέσεις που θα μπορούσαν να παραλύσουν τον κρατικό μηχανισμό καταστολής.
Η στρατηγική του Λευκού Οίκου φαίνεται να κινείται σε δύο παράλληλους άξονες: την αποδυνάμωση του καθεστώτος μέσω της απόλυτης οικονομικής απομόνωσης και την ψυχολογική ενίσχυση της αντιπολίτευσης. Σε μια κίνηση που προκάλεσε σοκ στις διεθνείς αγορές, ο Τραμπ ανακοίνωσε την επιβολή οριζόντιου δασμού 25% σε οποιαδήποτε χώρα συνεχίζει να συναλλάσσεται εμπορικά με το Ιράν, στοχεύοντας άμεσα σε μεγάλους παίκτες όπως η Κίνα, η Ρωσία και η Ινδία. Η απόφαση αυτή επιδιώκει να καταστήσει την Τεχεράνη «τοξικό» εταίρο, επιβάλλοντας ένα δίλημμα στους διεθνείς δρώντες: εμπόριο με το Ιράν ή πρόσβαση στην αμερικανική αγορά. Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό της κυβέρνησης η συζήτηση παραμένει έντονη, με τον Αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς να προκρίνει μια πιο προσεκτική προσέγγιση που αφήνει ένα μικρό παράθυρο στη διπλωματία, φοβούμενος ότι μια πρόωρη στρατιωτική κίνηση θα μπορούσε να συσπειρώσει το καθεστώς και να μετατρέψει μια εσωτερική εξέγερση σε περιφερειακή ανάφλεξη.
Το ρίσκο μιας παρέμβασης παραμένει υψηλό, με την Ουάσινγκτον να στοιχειώνεται από το φάντασμα των αποτυχημένων επιχειρήσεων του παρελθόντος και τον κίνδυνο μιας χερσαίας εμπλοκής που ο ίδιος ο Τραμπ έχει αποκλείσει κατηγορηματικά. Το Ιράν, διαθέτοντας ένα ισχυρό οπλοστάσιο βαλλιστικών πυραύλων και βαθιές δομές ασφαλείας, προειδοποιεί για σκληρά αντίποινα σε περίπτωση επίθεσης, απειλώντας αμερικανικές βάσεις και συμμάχους στην περιοχή. Παρά τις πιέσεις, ο τελικός στόχος παραμένει ασαφής: πρόκειται για μια προσπάθεια αλλαγής της συμπεριφοράς του καθεστώτος μέσω του εξαναγκασμού ή για την προετοιμασία του εδάφους για μια ολική κατάρρευση; Καθώς η Τεχεράνη βυθίζεται στην αστάθεια και το ριάλ καταρρέει, ο Τραμπ καλείται να αποδείξει αν το μοντέλο της «μέγιστης πίεσης» μπορεί να φέρει αποτελέσματα χωρίς να οδηγήσει σε έναν νέο, ανεξέλεγκτο πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
