Στο επίκεντρο του σχεδιασμού του υπουργείου Εργασίας βρίσκεται πλέον η αποκατάσταση της εφάπαξ παροχής για περισσότερους από 1.000.000 νέους εργαζόμενους, οι οποίοι κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς το παραδοσιακό βοήθημα κατά τη συνταξιοδότησή τους. Το πρόβλημα εντοπίζεται σε όσους εισήλθαν στην αγορά εργασίας από το 2016 και μετά, καθώς το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο έχει οδηγήσει σε μια σταδιακή αποδυνάμωση της ανταποδοτικότητας, μετατρέποντας το εφάπαξ σε μια απλή, άτοκη επιστροφή εισφορών για το διάστημα μετά το 2014. Με τα ποσά να βαίνουν μειούμενα κάθε χρόνο, η κυβέρνηση εξετάζει δύο ριζικές παρεμβάσεις που θα αλλάξουν τον χάρτη των παροχών, χωρίς να επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό, καθώς πρόκειται για πόρους που προέρχονται αποκλειστικά από κρατήσεις εργαζομένων.
Το πρώτο σενάριο αφορά τη διόρθωση του τρόπου υπολογισμού για το «καλό» τμήμα του εφάπαξ. Σήμερα, για τα έτη έως το 2013, χρησιμοποιείται ως βάση η πενταετία 2009-2013, η οποία όμως πλέον θεωρείται ξεπερασμένη και μακριά από τις πραγματικές αποδοχές των ασφαλισμένων κατά την έξοδο. Η πρόταση προβλέπει τη μετατόπιση αυτής της βάσης στην τελευταία πενταετία πριν από τη συνταξιοδότηση, ώστε το ποσό να ανταποκρίνεται στα τρέχοντα μισθολογικά δεδομένα. Παράλληλα, εξετάζεται η κατάργηση της νοητής κεφαλαιοποίησης που ισχύει για τα έτη από το 2014 και μετά, η οποία σήμερα επιστρέφει τις εισφορές ουσιαστικά απομειωμένες από τον πληθωρισμό.
Η δεύτερη και πιο δομική πρόταση αφορά τη δημιουργία ενός νέου, ενιαίου ταμείου εφάπαξ, το οποίο θα λειτουργεί στα πρότυπα του ΤΕΚΑ. Από το 2027, κάθε νέος εργαζόμενος θα αποκτά τον δικό του «ατομικό κουμπαρά», όπου οι εισφορές του θα επενδύονται και θα προσαυξάνονται με επιτόκια αντίστοιχα με εκείνα της Τράπεζας της Ελλάδος. Με αυτόν τον τρόπο, το εφάπαξ θα μετατραπεί σε ένα πραγματικό αποταμιευτικό προϊόν με εγγυημένη απόδοση, αποκαθιστώντας την εμπιστοσύνη της νέας γενιάς στο ασφαλιστικό σύστημα. Η παρέμβαση αυτή κρίνεται απαραίτητη, καθώς ο νόμος Κατρούγκαλου (4387/2016) είχε ουσιαστικά «παγώσει» την ανταποδοτικότητα, οδηγώντας σε συρρίκνωση των παροχών για όσους διανύουν μεγάλο μέρος του εργασιακού τους βίου μετά το 2014.
