
Ο Ζαχαρίας Κεσσές αντιπαραβάλλει την προσέγγιση αυτή με τους χειρισμούς που, όπως σημειώνει, είχαν προηγηθεί στην ίδια υπόθεση από τον κ. Ζήση
Σοβαρές αιχμές για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται εισαγγελικά η υπόθεση των υποκλοπών και του κακόβουλου λογισμικού Predator διατυπώνει ο δικηγόρος θυμάτων Ζαχαρίας Κεσσές, σχολιάζοντας μέσω ανάρτησής του στο Twitter τις διαφορετικές, όπως υποστηρίζει, δικονομικές προσεγγίσεις εισαγγελικών λειτουργών του Αρείου Πάγου.
«Η σκυταλοδρομία συγκάλυψης απαιτεί, τουλάχιστον, στοιχειώδη συνεννόηση στην επιχειρηματολογία. Διαφορετικά, ο ένας Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου καταλήγει να αναιρεί τον άλλον», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Κεσσές, εστιάζοντας στην απόφαση του κ. Μπακέλα να μην εξετάσει ως μάρτυρες τους Merom Harpaz, Einat Semama, Δημήτριο Ξυπτερά, Ιωάννη Τουμπή και Ιωάννη Μπόλιαρη.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο δικηγόρος, η αιτιολογία για τη μη εξέταση των συγκεκριμένων προσώπων είναι ότι, εφόσον ενδέχεται να εμπλέκονται στις υπό διερεύνηση πράξεις, τυχόν ένορκες καταθέσεις τους δεν θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε βάρος τους στην περίπτωση που μεταγενέστερα αποκτούσαν την ιδιότητα του κατηγορουμένου.
Ο Ζαχαρίας Κεσσές αντιπαραβάλλει την προσέγγιση αυτή με τους χειρισμούς που, όπως σημειώνει, είχαν προηγηθεί στην ίδια υπόθεση από τον κ. Ζήση. Όπως υποστηρίζει, τότε είχαν εξεταστεί ενόρκως ως μάρτυρες ακόμη και πρόσωπα τα οποία είχαν ήδη κατονομαστεί σε μήνυση θύματος του Predator, μεταξύ των οποίων ο Γρηγόρης Δημητριάδης, ο Παναγιώτης Κοντολέων και ο Αιμίλιος Κοσμίδης.
{https://x.com/ZacKesses/status/2087216146638344337}
Κατά τον ίδιο, η δικονομική προσέγγιση που είχε ακολουθηθεί ήταν ότι η μαρτυρική εξέταση μπορούσε να πραγματοποιηθεί και, εφόσον στη συνέχεια ασκούνταν ποινική δίωξη, η συγκεκριμένη κατάθεση απλώς δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε βάρος του προσώπου που θα αποκτούσε την ιδιότητα του κατηγορουμένου.
Ο δικηγόρος των θυμάτων του Predator επικαλείται παράλληλα προηγούμενη εισαγγελική κρίση του κ. Τζαβέλλα για τα ίδια πέντε πρόσωπα. Όπως αναφέρει, η κρίση εκείνη είχε καταλήξει ότι δεν είχε προκύψει αποδεικτικό στοιχείο ποινικής εμπλοκής τους και, ως εκ τούτου, δεν συνέτρεχε λόγος ανάσυρσης της δικογραφίας ως προς αυτούς.
Ο κ. Κεσσές θεωρεί ότι οι τρεις αυτές προσεγγίσεις δημιουργούν μια εμφανή αντίφαση: από τη μία, όπως υποστηρίζει, εξετάστηκαν ως μάρτυρες πρόσωπα που είχαν ήδη μηνυθεί, από την άλλη κρίθηκε ότι για τα συγκεκριμένα πέντε πρόσωπα δεν είχε προκύψει ποινική εμπλοκή, ενώ στη συνέχεια η εξέτασή τους ως μαρτύρων απορρίφθηκε με το σκεπτικό ότι ενδέχεται να προκύψει τέτοια εμπλοκή.
Στο πλαίσιο αυτό θέτει και ένα επιπλέον ερώτημα: εφόσον, όπως υποστηρίζει, η πιθανότητα ποινικής εμπλοκής των πέντε προσώπων θεωρήθηκε αρκετά σοβαρή ώστε να εμποδίσει την εξέτασή τους ως μαρτύρων, για ποιον λόγο δεν κλήθηκαν να δώσουν εξηγήσεις με την ιδιότητα του υπόπτου;
«Αυτό ακριβώς είναι το αδιέξοδο που δημιουργεί η δική του αιτιολογία», αναφέρει ο κ. Κεσσές, ο οποίος κλείνει την παρέμβασή του σε ιδιαίτερα αιχμηρό τόνο, κάνοντας λόγο για «επιχειρηματολογία της συγκάλυψης».
Κατά τον ίδιο, οι διαφορετικές εισαγγελικές κρίσεις έχουν ως αποτέλεσμα «ο Ζήσης να διαψεύδει τον Μπακέλα και ο Μπακέλας τον Τζαβέλλα», υποστηρίζοντας ότι αυτό που τελικά προκύπτει είναι μια προσπάθεια να μη διερευνηθούν τα συγκεκριμένα πρόσωπα.


