
Η Τεχεράνη έχει μάθει να ζει υπό καθεστώς κυρώσεων εδώ και δεκαετίες και μέχρι σήμερα έχει δείξει ότι μπορεί να απορροφά τις πιέσεις.
Σχεδόν έξι μήνες μετά τη δέσμευση του Ντόναλντ Τραμπ για μια γρήγορη νίκη απέναντι στο Ιράν, η σύγκρουση δείχνει να έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Οι προοπτικές τόσο μιας στρατιωτικής επικράτησης όσο και μιας συμφωνίας μέσω διαπραγματεύσεων εμφανίζονται ολοένα πιο περιορισμένες, με την Ουάσινγκτον να στρέφεται πλέον ακόμη πιο έντονα στο οικονομικό «όπλο».
Σε μια προσπάθεια να σπάσει το αδιέξοδο, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει προαναγγείλει μια «οικονομική D-Day», προειδοποιώντας ότι κάθε χώρα που συνεχίζει να συναλλάσσεται με το Ιράν θα βρεθεί αντιμέτωπη με «τεράστιες» οικονομικές συνέπειες.
Η Τεχεράνη, ωστόσο, έχει μάθει να ζει υπό καθεστώς κυρώσεων εδώ και δεκαετίες και μέχρι σήμερα έχει δείξει ότι μπορεί να απορροφά τις πιέσεις και να προσαρμόζεται στις δύσκολες οικονομικές και στρατιωτικές συνθήκες όσο η σύγκρουση παρατείνεται. Το κρίσιμο ερώτημα για τις ΗΠΑ είναι επομένως αν ένα νέο κύμα κυρώσεων μπορεί να πετύχει εκεί όπου προηγούμενες στρατηγικές δεν απέδωσαν.
Στο στόχαστρο ακόμη και φίλοι των ΗΠΑ
Οι λεπτομέρειες της νέας αμερικανικής εκστρατείας οικονομικής πίεσης δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ έχει δεσμευτεί να τις παρουσιάσει σε συνέντευξη Τύπου στις 24 Αυγούστου.
Σε συνέντευξή του στο CNBC, πάντως, κατέστησε σαφές ότι η Ουάσινγκτον είναι έτοιμη να στραφεί εναντίον οποιασδήποτε χώρας, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για σύμμαχο ή αντίπαλο, εφόσον θεωρεί ότι προσφέρει «σανίδα σωτηρίας» στην Τεχεράνη.
«Είτε είστε μαζί μας είτε εναντίον μας», δήλωσε. «Αν επιμένετε να συναλλάσσεστε με το Ιράν, είτε μεταφέροντας χρήματα, είτε αγοράζοντας το πετρέλαιό του, είτε πραγματοποιώντας θαλάσσιες μεταφορές, τότε το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών και η αμερικανική κυβέρνηση θα χρησιμοποιήσουν όλη τους τη δύναμη για να επιβάλουν κυρώσεις εναντίον σας».
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζ. Ντ. Βανς περιέγραψε τις κυρώσεις ως «νέα φάση» της σύγκρουσης, υποστηρίζοντας ότι η οικονομική πίεση αποτελεί το «πιο αποτελεσματικό» εργαλείο που διαθέτει η Ουάσινγκτον.
«Θα προσπαθήσουν να ασκήσουν οικονομική πίεση σε εμάς, αλλά αυτό που έχει γίνει σαφές τις τελευταίες δύο εβδομάδες είναι ότι εκείνοι έχουν αισθανθεί πολύ μεγαλύτερη πίεση από ό,τι εμείς», δήλωσε ο Βανς στην εκπομπή των Κλέι Τράβις και Μπακ Σέξτον. «Θα συνεχίσουμε προς αυτή την κατεύθυνση, επειδή πιστεύουμε ότι είναι ο καλύτερος τρόπος για να επιτύχουμε τελικά τον τελικό στόχο».
Οι κυρώσεις και η «Economic Fury»
Το Ιράν βρίσκεται υπό καθεστώς σημαντικών αμερικανικών κυρώσεων σχεδόν από την ίδρυση της Ισλαμικής Δημοκρατίας το 1979. Η οικονομική πίεση εντάθηκε μετά την απόφαση της πρώτης κυβέρνησης Τραμπ να αποχωρήσει από την Κοινή Συνολική Δράση (JCPOA), τη συμφωνία του 2015 μεταξύ του Ιράν και των μεγάλων δυνάμεων για τον περιορισμό του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος.
Στο πλαίσιο της σημερινής σύγκρουσης, η αμερικανική κυβέρνηση έχει ήδη ανακοινώσει την επιχείρηση «Economic Fury», μια διπλή εκστρατεία οικονομικής πίεσης που συνδυάζει κυρώσεις, υπό τον συντονισμό του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, κατά των οικονομικών ροών του ιρανικού καθεστώτος, με ναυτικό αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών.
Ο Ιμράν Μπαγιούμι, ειδικός στη γεωστρατηγική στο Atlantic Council στην Ουάσινγκτον και πρώην σύμβουλος πολιτικής στο υπουργείο Άμυνας, εκτίμησε μιλώντας στο BBC ότι η νέα ανακοίνωση πιθανότατα αντανακλά την αυξανόμενη απογοήτευση της αμερικανικής κυβέρνησης, καθώς οι υπόλοιπες επιλογές δεν έχουν φέρει τα αποτελέσματα που επιδιώκει ο Τραμπ.
«Πρόκειται ουσιαστικά για μια αναγνώριση ότι οι ΗΠΑ έχουν σχεδόν εγκλωβιστεί σε αυτόν τον πόλεμο», δήλωσε. «Είναι μια ακόμη προσπάθεια άσκησης οικονομικής πίεσης». «Αυτό είναι απλώς ένα ακόμη εργαλείο που χρησιμοποιούν οι ΗΠΑ», πρόσθεσε ο Μπαγιούμι. «Δεν έχουμε δει να παρουσιάζεται από την κυβέρνηση μια σαφής στρατηγική, είτε με στρατιωτικά είτε με οικονομικά μέσα. Το ερώτημα για το τι προσπαθούν να επιτύχουν οι ΗΠΑ παραμένει αναπάντητο».
Στόχος οι τρίτες χώρες
Ο Μάικλ Πάρκερ, ο οποίος εργάστηκε επί οκτώ χρόνια στο Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC) και ειδικεύεται στις οικονομικές κυρώσεις, εκτιμά ότι η νέα στρατηγική πιθανότατα θα επιχειρήσει να «διευρυνθεί η οικονομική ακτίνα» των κυρώσεων.
Στο επίκεντρο αναμένεται να βρεθούν τρίτες χώρες που συνεχίζουν να συναλλάσσονται με το Ιράν, ενώ οι οικονομίες τους παραμένουν εξαρτημένες από το αμερικανικό δολάριο.
«Μέχρι στιγμής, οι ΗΠΑ έχουν χρησιμοποιήσει σε μεγάλο βαθμό την απειλή αυτών των δευτερογενών κυρώσεων κατά ξένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, προκειμένου να ενθαρρύνουν τη συμμόρφωση με την πολιτική των κυρώσεων», δήλωσε. «Όμως, πρόκειται για έναν μοχλό που δεν έχει διερευνηθεί επαρκώς, όσον αφορά τη στόχευση οποιασδήποτε δραστηριότητας συνδέεται με το αμερικανικό δολάριο και ταυτόχρονα με το Ιράν», πρόσθεσε ο Πάρκερ.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε ξένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που βοηθούν το Ιράν να παρακάμπτει τις κυρώσεις ή διοχετεύουν χρήματα στα ταμεία της χώρας.
Η Τεχεράνη έχει μάθει να παρακάμπτει τις κυρώσεις
Το πώς θα αντιδράσει η Τεχεράνη στη νέα αμερικανική πίεση παραμένει αβέβαιο. Οι ειδικοί στις κυρώσεις, πάντως, επισημαίνουν ότι το Ιράν έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματικό στην αξιοποίηση άτυπων διαύλων για την παράκαμψή τους.
Σε αυτούς περιλαμβάνονται «σκιώδη» πλοία που μεταφέρουν πετρέλαιο, αλλά και νέες εμπορικές εταιρείες οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στους καταλόγους των αμερικανικών κυρώσεων.
«Βλέπουμε συνεχώς να εμφανίζονται νέα ονόματα, επειδή το Ιράν προσαρμόζεται πολύ γρήγορα», δήλωσε ο Μοχάμεντ Χαμούντα, διευθυντής ελέγχου εξαγωγών και κυρώσεων στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου. «Όποιες κυρώσεις κι αν επιβληθούν, βρίσκουν έναν νέο δρόμο για να τις παρακάμψουν».
Όπως εξήγησε, οι κινήσεις της Τεχεράνης συχνά αναγκάζουν όσους είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή των κυρώσεων να προσπαθούν εκ των υστέρων να καλύψουν τα κενά.
«Οι κυρώσεις υπάρχουν όλες στα χαρτιά, αλλά η δύσκολη δουλειά γίνεται παρασκηνιακά», δήλωσε ο Χαμούντα. «Υπάρχουν ομάδες σε όλο τον κόσμο που προσπαθούν να επιβάλουν τις κυρώσεις και να εντοπίσουν τα εμπλεκόμενα μέρη, γι’ αυτό και το Ιράν πρέπει να προσπαθεί να προσαρμόζεται».
Τουρκία, Ιράκ και Κίνα στο κάδρο
Η αποτελεσματικότητα της νέας στρατηγικής θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη στάση των χωρών που ενδέχεται να βρεθούν στο στόχαστρο. Σε αυτές θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως η Τουρκία και το Ιράκ, αλλά και η Κίνα.
«Ένα μέρος αυτού δεν εξαρτάται από το Ιράν», δήλωσε ο Πάρκερ. «Η ικανότητα του Ιράν να διαφεύγει ή να αποφεύγει τις κυρώσεις εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την προθυμία άλλων χωρών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων να του προσφέρουν πρόσβαση στο επίσημο τραπεζικό σύστημα».
Ο ίδιος εκτιμά ότι η αποτελεσματικότητα των κυρώσεων είναι «τόσο ισχυρές όσο» η προθυμία των χωρών που μπαίνουν στο στόχαστρο να ευθυγραμμιστούν με τους στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής ή να αναλάβουν το κόστος πιθανών κυρώσεων στις εμπορικές συναλλαγές που συνδέονται με το αμερικανικό δολάριο.
Ορισμένοι ειδικοί, ωστόσο, αμφισβητούν κατά πόσο υπάρχει σήμερα η απαιτούμενη διάθεση για συμμόρφωση.
«Δεν μπορώ πραγματικά να φανταστώ την Κίνα να συμφωνεί σε κάτι τέτοιο, για παράδειγμα», δήλωσε ο Μπαγιούμι. «Αυτά τα κράτη έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα να διαχειρίζονται τα δικά τους συμφέροντα στις σχέσεις τους με την κυβέρνηση Τραμπ».
Και όπως σημείωσε, το βασικό πρόβλημα για την Ουάσινγκτον δεν είναι η έλλειψη ενός ακόμη εργαλείου πίεσης, αλλά η απουσία μιας σαφούς στρατηγικής για την επίτευξη του τελικού στόχου.
«Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι αυτό είναι απλώς ένα ακόμη εργαλείο», πρόσθεσε. «Όμως το ευρύτερο ζήτημα της στρατηγικής παραμένει. Χωρίς αυτήν, δεν είμαι βέβαιος ότι αυτό θα αλλάξει κάτι μακροπρόθεσμα».
πηγή: BBC


