
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι περίπου το 80% των δειγμάτων περιείχε κάδμιο.
Τα ζυμαρικά αποτελούν ένα από τα πιο αγαπημένα και συχνά καταναλισκόμενα τρόφιμα στη Γαλλία, με εκατομμύρια καταναλωτές να τα εντάσσουν στο εβδομαδιαίο τους διατροφικό πρόγραμμα. Μια νέα έρευνα, ωστόσο, φέρνει στο προσκήνιο την ύπαρξη ανεπιθύμητων ουσιών σε ορισμένα από τα προϊόντα που βρίσκονται στα ράφια των σούπερ μάρκετ.
Το περιοδικό 60 Millions de Consommateurs ανέλυσε συνολικά 36 προϊόντα, μεταξύ των οποίων σπαγγέτι και πέννες ριγκάτε, εξετάζοντας την ποιότητά τους και την παρουσία πιθανών ρύπων. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι περίπου το 80% των δειγμάτων περιείχε κάδμιο, ένα βαρύ μέταλλο που μπορεί να περάσει στα τρόφιμα από το έδαφος και να συσσωρευτεί στον οργανισμό.
9,3 κιλά ζυμαρικά τον χρόνο για κάθε Γάλλο
Η κατανάλωση ζυμαρικών στη Γαλλία παραμένει ιδιαίτερα υψηλή. Περισσότεροι από δύο στους τρεις Γάλλους δηλώνουν ότι τρώνε ζυμαρικά τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα, με τα αποξηραμένα σπαγγέτι και τις πέννες να βρίσκονται στις πρώτες θέσεις των προτιμήσεων.
Σύμφωνα με στοιχεία για το 2025, η ετήσια κατανάλωση φτάνει κατά μέσο όρο τα 9,3 κιλά ανά άτομο, κατατάσσοντας τη Γαλλία μεταξύ των χωρών με τη μεγαλύτερη κατανάλωση ζυμαρικών παγκοσμίως.
Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί σημαντικά οι επιλογές πέρα από τα κλασικά ζυμαρικά από σιμιγδάλι σκληρού σίτου. Στα ράφια βρίσκονται πλέον προϊόντα ολικής άλεσης, ζυμαρικά από όσπρια, χωρίς γλουτένη, αλλά και προϊόντα με αυξημένη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη.
Η προέλευση του σκληρού σίτου
Η γαλλική νομοθεσία προβλέπει από το 1934 ότι τα ζυμαρικά πρέπει να παρασκευάζονται αποκλειστικά από σιμιγδάλι σκληρού σίτου, γνωστού ως Triticum durum.
Ωστόσο, η παραγωγή σκληρού σίτου στη Γαλλία έχει περιοριστεί τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα σημαντικό μέρος των ζυμαρικών που διατίθενται στη γαλλική αγορά να παράγεται με πρώτη ύλη από άλλες χώρες.
Σύμφωνα με την Christine Petit, γενική γραμματέα του Γαλλικού Συνδέσμου Κατασκευαστών Ζυμαρικών, πολλές ποσότητες εισάγονται κυρίως από την Ιταλία και την Ισπανία.
Από την άλλη πλευρά, γαλλικές εταιρείες όπως οι Lustucru, Panzani και Alpina Savoie χρησιμοποιούν γαλλικό σκληρό σιτάρι, κάτι που αναγράφεται στις συσκευασίες των προϊόντων τους.
Διαφορετικές προελεύσεις, διαφορετικά αποτελέσματα
Η έρευνα του περιοδικού δείχνει ότι η προέλευση της πρώτης ύλης διαφέρει σημαντικά από προϊόν σε προϊόν. Πολλές μάρκες χρησιμοποιούν σκληρό σιτάρι από την Ιταλία, ενώ άλλες βασίζονται σε μείγματα πρώτων υλών από διαφορετικές ευρωπαϊκές και μη ευρωπαϊκές χώρες.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Barilla, η οποία, σύμφωνα με την Christine Petit, χρησιμοποιεί διαφορετικά μείγματα σιταριού ανάλογα με την αγορά στην οποία απευθύνεται και τη χρονιά παραγωγής.
Η έρευνα δεν αποδεικνύει ότι η συγκεκριμένη προέλευση ευθύνεται από μόνη της για την παρουσία ρύπων. Ωστόσο, τα αποτελέσματα των εργαστηριακών αναλύσεων στα 36 προϊόντα δείχνουν ότι η παρουσία καδμίου δεν είναι αμελητέα και αναδεικνύει τη σημασία του ελέγχου της πρώτης ύλης που χρησιμοποιείται για την παραγωγή των ζυμαρικών.


