
Η εναλλαγή μεταξύ μήλων, αχλαδιών και άλλων ολόκληρων φρούτων προσφέρει μεγαλύτερη ποικιλία θρεπτικών συστατικών και πολυφαινολών.
Τα φρούτα συχνά αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη όσον αφορά το σάκχαρο στο αίμα. Ωστόσο, η άποψη ότι περιέχουν «πολλή ζάχαρη» και πρέπει να αποφεύγονται για πιο σταθερά επίπεδα γλυκόζης, δεν αποτυπώνει ολόκληρη την εικόνα. Η κατανάλωση ενός ολόκληρου φρούτου, όπως ένα μήλο ή ένα αχλάδι, εκτός από σάκχαρα προσφέρει φυτικές ίνες, νερό και αντιοξειδωτικά. Αυτό το διατροφικό σύνολο διαφέρει από μια τροφή που περιέχει την ίδια ποσότητα ζάχαρης, αλλά δεν προσφέρει τα ίδια θρεπτικά συστατικά.
Πώς επηρεάζουν τα μήλα το σάκχαρο
Τα μήλα μπορούν να ενταχθούν σε μια διατροφή που υποστηρίζει τον έλεγχο του σακχάρου, κυρίως λόγω των φυτικών ινών που διαθέτουν. Είναι πλούσια σε πηκτίνη, μια διαλυτή φυτική ίνα που επιβραδύνει την πέψη και τον ρυθμό με τον οποίο η γλυκόζη περνά στην κυκλοφορία του αίματος. Αυτό συμβάλλει στο γεγονός ότι τα μήλα έχουν χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη και προκαλούν πιο σταδιακή αύξηση των επιπέδων σακχάρου στο αίμα.
Τα μήλα περιέχουν επίσης πολυφαινόλες, φυτικές ενώσεις συμβάλλουν στη διαχείριση της γλυκόζης από τον οργανισμό. Παράλληλα, το κύριο σάκχαρο των μήλων είναι η φρουκτόζη, η οποία απορροφάται διαφορετικά από τη γλυκόζη.
Σημασία μπορεί να έχει και ο χρόνος κατανάλωσης. Έρευνες δείχνουν ότι η κατανάλωση ενός μήλου πριν από ένα γεύμα πλούσιο σε υδατάνθρακες περιορίζει την αύξηση του σακχάρου μετά το γεύμα.
Τι ισχύει για τα αχλάδια
Τα αχλάδια έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά. Ένα μέτριο αχλάδι περιέχει περίπου 27 γραμμάρια υδατανθράκων και περίπου 6 γραμμάρια φυτικών ινών. Σημαντικό μέρος των φυτικών ινών βρίσκεται στη φλούδα και ακριβώς κάτω από αυτήν, επομένως το ξεφλούδισμα μειώνει τα οφέλη.
Όπως και τα μήλα, τα αχλάδια περιέχουν διαλυτές φυτικές ίνες και αρκετό νερό, στοιχεία που συμβάλλουν στη βραδύτερη απορρόφηση των σακχάρων. Έχουν επίσης χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη.
Μήλα ή αχλάδια;
Σε ό,τι αφορά το σάκχαρο, η διαφορά μεταξύ των δύο φρούτων είναι μικρή. Και τα δύο παρέχουν φυτικές ίνες, νερό και αντιοξειδωτικές ουσίες και μπορούν να αποτελούν μέρος μιας διατροφής που συμβάλλει στη διατήρηση πιο σταθερών επιπέδων γλυκόζης.
Τα αχλάδια έχουν ένα μικρό πλεονέκτημα ως προς την ποσότητα των φυτικών ινών. Τα μήλα, από την άλλη, είναι διαθέσιμα σε πολλές ποικιλίες και αποτελούν εύκολη επιλογή για καθημερινή κατανάλωση.
Ωστόσο, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι δεν έχει ιδιαίτερη σημασία η αναζήτηση του «καλύτερου» φρούτου. Η εναλλαγή μεταξύ μήλων, αχλαδιών και άλλων ολόκληρων φρούτων προσφέρει μεγαλύτερη ποικιλία θρεπτικών συστατικών και πολυφαινολών.
Πώς να τα καταναλώνετε
Ο τρόπος κατανάλωσης μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία από την επιλογή του φρούτου. Η κατανάλωση ολόκληρων φρούτων, κατά προτίμηση με τη φλούδα όταν αυτή τρώγεται, διατηρεί περισσότερες φυτικές ίνες.
Ο συνδυασμός τους με μια πηγή πρωτεΐνης, όπως ένα αχλάδι με τυρί cottage ή ένα μήλο με βραστό αυγό, μπορεί επίσης να επιβραδύνει την πέψη και να αυξήσει το αίσθημα κορεσμού. Αντίστοιχα, η προσθήκη μιας μικρής ποσότητας υγιεινών λιπαρών, όπως φυστικοβούτυρο ή καρύδια, μπορεί να συμβάλει σε πιο αργή πέψη και μεγαλύτερο κορεσμό.
Με πληροφορίες από Eatingwell.com


