
Δείγματα από αστεροειδείς αποκαλύπτουν οργανικά μόρια και βασικά συστατικά της ζωής, αλλά το μεγάλο ερώτημα παραμένει: ξεκίνησε η ζωή στη Γη ή κάπου αλλού;
Για δισεκατομμύρια χρόνια, η Γη θεωρούνταν αυτονόητα ο πλανήτης όπου ξεκίνησε η ζωή. Όμως η επιστήμη εξετάζει πλέον πιο σοβαρά ένα διαφορετικό ενδεχόμενο: μήπως η ζωή δεν ξεκίνησε στη Γη αλλά κάπου αλλού στο Σύμπαν.
Η ιδέα δεν είναι καινούργια. Ονομάζεται πανσπερμία (panspermia) και υποστηρίζει ότι τα συστατικά της ζωής ή, σε πιο ακραίο σενάριο, ακόμη και μικροοργανισμοί, θα μπορούσαν να μεταφερθούν από έναν πλανήτη σε έναν άλλο με τη βοήθεια αστεροειδών, κομητών ή άλλων διαστημικών σωμάτων.
Για χρόνια η θεωρία αντιμετωπιζόταν με μεγάλη επιφύλαξη. Τα τελευταία χρόνια, όμως, δύο αποστολές που επέστρεψαν στη Γη με δείγματα από αστεροειδείς έφεραν νέα δεδομένα που αναζωπύρωσαν τη συζήτηση.
Οι αποστολές Hayabusa2 της Ιαπωνίας και OSIRIS-REx της NASA συγκέντρωσαν υλικό από τους αστεροειδείς Ryugu και Bennu αντίστοιχα και το έφεραν στη Γη για λεπτομερή ανάλυση. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι συγκεκριμένοι αστεροειδείς περιέχουν οργανικές ενώσεις και αρκετά από τα χημικά συστατικά που συνδέονται με τη ζωή.
Στα δείγματα εντοπίστηκαν, μεταξύ άλλων, άνθρακας, αμμωνία, άλατα και αμινοξέα. Σε αναλύσεις των δειγμάτων του Bennu, οι επιστήμονες εντόπισαν 14 από τα 20 αμινοξέα που χρησιμοποιεί η ζωή στη Γη για την παραγωγή πρωτεϊνών, καθώς και συστατικά που σχετίζονται με το DNA και το RNA.
Τα ευρήματα αυτά ωστόσο, δεν αποτελούν απόδειξη ότι υπάρχει ή υπήρξε ζωή στον Bennu. Δείχνουν όμως κάτι ιδιαίτερα σημαντικό: τα βασικά χημικά «υλικά» για τη ζωή μπορούν να υπάρχουν στο Διάστημα.
Ο Jason Dworkin, επιστήμονας της NASA που συμμετέχει στην αποστολή OSIRIS-REx, έχει χαρακτηρίσει απολύτως πιθανό το ενδεχόμενο η πρώιμη Γη να δέχθηκε μεγάλες ποσότητες υλικού από το Διάστημα.
Το παράδοξο είναι ότι στον Bennu φαίνεται να υπήρχαν αρκετές από τις προϋποθέσεις που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ευνοϊκές για τη δημιουργία ζωής. Υπάρχουν ενδείξεις ότι στο παρελθόν υπήρχε νερό, ενώ έχουν εντοπιστεί άλατα και οργανικές ενώσεις.
Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί ζωή. Αυτό οδηγεί τους επιστήμονες σε ένα κρίσιμο συμπέρασμα: η παρουσία των συστατικών της ζωής δεν αρκεί από μόνη της για να δημιουργηθεί ζωή.
Ο Dworkin έχει παρομοιάσει τον Bennu με ένα «παντοπωλείο γεμάτο υλικά», στο οποίο όμως δεν υπήρχαν οι σωστές συνθήκες για να δημιουργηθεί το τελικό «πιάτο». Η Γη, αντίθετα, έχει ζωή. Το ερώτημα είναι τι ακριβώς έκανε τη διαφορά.
Θα μπορούσε η ζωή να ξεκίνησε στον Άρη;
Ένα άλλο σενάριο που εξετάζεται είναι ακόμη πιο εντυπωσιακό: η ζωή μπορεί να μην ξεκίνησε στη Γη, αλλά στον Άρη.
Ο Άρης δεν έμοιαζε με τον παγωμένο και ξηρό πλανήτη που γνωρίζουμε σήμερα. Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι πριν από δισεκατομμύρια χρόνια διέθετε λίμνες, ποτάμια και άλλες ποσότητες υγρού νερού.
Επειδή ο Άρης είναι μικρότερος από τη Γη, ψύχθηκε πιθανότατα νωρίτερα μετά τον σχηματισμό του. Θεωρητικά, επομένως, θα μπορούσε να είχε δημιουργήσει κατάλληλες συνθήκες για την εμφάνιση ζωής πριν από τη Γη.
Υπάρχει μάλιστα ένα πολύ σημαντικό στοιχείο που κάνει το σενάριο της μεταφοράς μεταξύ των δύο πλανητών επιστημονικά ενδιαφέρον, αφού γνωρίζουμε ότι πετρώματα μπορούν να ταξιδέψουν από τον Άρη στη Γη.
Από τις δεκάδες χιλιάδες μετεωρίτες που έχουν καταγραφεί στη Γη, περίπου 300 έχουν επιβεβαιωθεί ως αρειανά πετρώματα.
Αυτό αποδεικνύει ότι μεγάλες συγκρούσεις μπορούν να εκτοξεύσουν υλικό από έναν πλανήτη και να το μεταφέρουν σε έναν άλλο. Το ερώτημα είναι αν μαζί με το πέτρωμα θα μπορούσε να επιβιώσει και ζωή.
Ωστόσο, η ιδέα ότι η ζωή μπορεί να μεταφέρεται μεταξύ ουράνιων σωμάτων δεν είναι καινούργια.
Τη δεκαετία του 1970 έγινε ευρύτερα γνωστή μέσα από το βιβλίο των Βρετανών αστρονόμων Fred Hoyle και Chandra Wickramasinghe, “Diseases from Space” με τίτλο: οι οποίοι υποστήριξαν ότι κομήτες και αστεροειδείς θα μπορούσαν να λειτουργούν ως «φορείς» οργανικού υλικού. Στο βιβλίο ισχυρίζονταν ότι ορισμένες ασθένειες, όπως η γρίπη, θα μπορούσαν να έχουν προέλευση πέρα από τη Γη. Οι απόψεις τους προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις στην επιστημονική κοινότητα.
Σήμερα η συζήτηση έχει αλλάξει. Όχι επειδή έχει αποδειχθεί η πανσπερμία, αλλά επειδή γνωρίζουμε πλέον ότι το Διάστημα περιέχει πολύ περισσότερα οργανικά μόρια και χημικά συστατικά από όσα θεωρούσαν δεδομένα οι επιστήμονες πριν από μερικές δεκαετίες.
Το ενδεχόμενο μεταφοράς υλικού γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον σε άλλα πλανητικά συστήματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το TRAPPIST-1, ένα σύστημα που βρίσκεται περίπου 40 έτη φωτός από τη Γη και περιλαμβάνει επτά βραχώδεις πλανήτες παρόμοιου μεγέθους με τη Γη.
Οι πλανήτες αυτοί βρίσκονται πολύ κοντά ο ένας στον άλλο συγκριτικά με τους πλανήτες του δικού μας Ηλιακού Συστήματος. Αυτό σημαίνει ότι υλικό που εκτοξεύεται από έναν πλανήτη μετά από μια μεγάλη σύγκρουση έχει θεωρητικά μεγαλύτερη πιθανότητα να φτάσει σε έναν άλλο.
Μελέτες έχουν εξετάσει την πιθανότητα μεταφοράς μικροοργανισμών ή βιολογικού υλικού μέσα σε πετρώματα από έναν πλανήτη σε άλλον. Σε ένα τόσο συμπαγές σύστημα, η διαδικασία θα μπορούσε να είναι πολύ πιο αποτελεσματική από ό,τι στο δικό μας Ηλιακό Σύστημα.
Θα μπορούσε η ζωή να ταξιδέψει ανάμεσα σε άστρα;
Το ακόμη πιο φιλόδοξο σενάριο θέλει τη ζωή να μην μετακινείται μόνο μεταξύ πλανητών, αλλά και μεταξύ διαφορετικών αστρικών συστημάτων.
Έχουν ήδη εντοπιστεί αντικείμενα που φαίνεται να προέρχονται από έξω από το Ηλιακό μας Σύστημα, όπως το μυστηριώδες Oumuamua και ο διαστρικός κομήτης Borisov.
Η ύπαρξή τους αποδεικνύει ότι υλικό μπορεί να εγκαταλείψει ένα πλανητικό σύστημα και να ταξιδέψει στον διαστρικό χώρο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μπορεί εύκολα να μεταφέρει ζωή.
Οι αποστάσεις ανάμεσα στα άστρα είναι τεράστιες και οι πιθανότητες ένα διαστημικό σώμα που περιέχει βιώσιμους μικροοργανισμούς να ταξιδέψει για εκατομμύρια χρόνια και στη συνέχεια να συγκρουστεί με έναν κατάλληλο πλανήτη θεωρούνται εξαιρετικά μικρές.
Επιπλέον, παραμένει άγνωστο αν ένας οργανισμός θα μπορούσε να επιβιώσει από την ακτινοβολία, το κενό και τις ακραίες θερμοκρασίες ενός τέτοιου ταξιδιού. Οι επόμενες αποστολές ίσως δώσουν την απάντηση
Και η έρευνα δεν σταματά στους αστεροειδείς. Οι επιστήμονες θέλουν πλέον να μελετήσουν και υλικό από κομήτες, οι οποίοι σχηματίστηκαν σε πιο μακρινές και ψυχρές περιοχές του Ηλιακού Συστήματος.
Παράλληλα, οι αποστολές στον Άρη συνεχίζονται με στόχο τη συλλογή δειγμάτων που θα μπορούσαν κάποια στιγμή να επιστρέψουν στη Γη και να εξεταστούν με πολύ πιο ισχυρά εργαστηριακά όργανα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι παγωμένοι δορυφόροι του Δία. Η αποστολή Europa Clipper της NASA αναμένεται να φτάσει στον Δία και να μελετήσει την Ευρώπη, έναν παγωμένο κόσμο κάτω από την επιφάνεια του οποίου πιστεύεται ότι υπάρχει ένας μεγάλος υπόγειος ωκεανός. Αν εντοπιστούν εκεί οι κατάλληλες χημικές και περιβαλλοντικές συνθήκες, θα προστεθεί ακόμη ένα κομμάτι στο παζλ της προέλευσης της ζωής.
Παρά τις εντυπωσιακές ανακαλύψεις, υπάρχει κάτι κρίσιμο που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στον ενθουσιασμό.
Δεν έχει ακόμη βρεθεί ζωή που να προέρχεται από άλλο πλανήτη. Δεν έχει αποδειχθεί ότι η ζωή στη Γη μεταφέρθηκε από αστεροειδή ή κομήτες. Και τα οργανικά μόρια που βρέθηκαν στους Bennu και Ryugu δεν αποτελούν από μόνα τους ένδειξη εξωγήινης ζωής.
Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι το Διάστημα περιέχει πολλές από τις χημικές ενώσεις που είναι απαραίτητες για τη ζωή και ότι υλικό μπορεί πράγματι να μεταφέρεται από έναν κόσμο σε έναν άλλο.
Το ερώτημα, λοιπόν, μετατοπίζεται από το «μπορούν να υπάρχουν τα συστατικά της ζωής στο Διάστημα» στο «πού και πώς συνδυάστηκαν αυτά τα συστατικά για να δημιουργήσουν την πρώτη ζωή».
Ίσως η απάντηση βρίσκεται στη Γη. Ίσως σε έναν άλλο κόσμο του Ηλιακού Συστήματος. Και, σύμφωνα με ορισμένα σενάρια, ίσως ακόμη πιο μακριά.


