
Στη Λέσβο παρατηρήθηκε μια μάλλον αργή αντίδραση στους ελέγχους και την παρακολούθηση της νόσου, γεγονός που οδήγησε στην ταχεία εξάπλωσή της, μια εξέλιξη που ίσως μπορούσε να είχε αποφευχθεί.
Η εξάπλωση μιας ζωονόσου δεν ακολουθεί απαραίτητα τα σύνορα στους χάρτες. Μπορεί να ακολουθεί τις μετακινήσεις των ζώων, τις εμπορικές διαδρομές, τις επαφές μεταξύ εκτροφών και τα κενά στην επιτήρηση.
Και όταν ένας ιός εμφανίζεται σε περιοχές όπου δεν είχε καταγραφεί για δεκαετίες, όπως συνέβη στη Λέσβο, το ερώτημα δεν είναι μόνο πώς έφτασε εκεί, αλλά και πόσο καλά προετοιμασμένα είναι τα συστήματα που καλούνται να τον περιορίσουν.
Αυτό αναδεικνύει νέα μελέτη στο επιστημονικό περιοδικό Frontiers in Veterinary Science, η οποία εξετάζει την επανεμφάνιση του αφθώδους πυρετού παγκοσμίως και την πρόσφατη εξάπλωση του οροτύπου SAT1 σε τρεις διαφορετικές επιδημιολογικές περιπτώσεις: στο Λεσότο στην Αφρική, στην Κύπρο και στη Λέσβο στην ανατολική Μεσόγειο.
Ο αφθώδης πυρετός είναι εξαιρετικά μεταδοτική ιογενής νόσος που προσβάλλει δίχηλα ζώα, όπως βοοειδή, πρόβατα, αίγες και χοίρους οδηγώντας σε σημαντικές απώλειες παραγωγικότητας και σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις.
«Δεδομένου ότι ο αφθώδης πυρετός είναι νόσος εξαιρετικά μεταδοτική, κάθε λεπτό μετράει», σχολιάζει στο Dnews η Δρ Εύη Γογγολίδου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Μοριακής Γενετικής, στο Πανεπιστήμιο του Γουλβερχάμπτον στο Ην. Βασίλειο και συν-συγγραφέας της μελέτης.
Ο ιός διακρίνεται σε επτά διαφορετικούς οροτύπους, μεταξύ των οποίων οι O, A, Asia1 και SAT1. Οι ορότυποι SAT συνδέονται ιστορικά κυρίως με την Αφρική, ενώ ο ορότυπος O έχει ευρύτερη παγκόσμια εξάπλωση.
Η διάκριση έχει πρακτική σημασία, καθώς η ανοσία έναντι ενός οροτύπου δεν εξασφαλίζει κατ’ ανάγκη προστασία έναντι των υπόλοιπων. Αυτό περιπλέκει τον σχεδιασμό της επιτήρησης και των εμβολιαστικών στρατηγικών.
Οι ερευνητές ανέλυσαν αναφορές κρουσμάτων από τον Παγκόσμιο Οργανισμό για την Υγεία των Ζώων (WOAH), καλύπτοντας την περίοδο από το 2005 έως τις 31 Ιουλίου 2026. Σύμφωνα με τη μελέτη, το 2025 ήταν το έτος με τον μεγαλύτερο αριθμό καταγεγραμμένων επιδημικών συμβάντων της περιόδου που εξετάστηκε, με 43 αναφορές. Μέχρι τον Ιούλιο του 2026 είχαν καταγραφεί άλλες 35.
Το σημαντικότερο εύρημα όμως είναι ότι ο SAT1 παρουσίασε έντονη αύξηση στην τελευταία περίοδο ανάλυσης, ενώ η Ευρώπη κατέγραψε νέα δραστηριότητα μετά από δύο συνεχόμενα έτη χωρίς αναφερόμενα περιστατικά το 2023 και το 2024.
Ωστόσο, πρόκειται για δεδομένα αναφερόμενων επιδημικών συμβάντων και όχι για τυποποιημένους δείκτες επίπτωσης.
Παρόλα αυτά, η μεταβολή αρκεί για να επαναφέρει το κρίσιμο ζήτημα της επιτήρησης που πρέπει να αναγνωρίζει απειλές που εμφανίζονται έξω από τις περιοχές στις οποίες συνηθίζουμε να τις αναζητούμε.
Στη Λέσβο…
Σύμφωνα με την ιστορική καταγραφή που παραθέτει η μελέτη, η προηγούμενη εμφάνιση αφθώδους πυρετού στο νησί είχε σημειωθεί το 1994 από τον ορότυπο O. Η προηγούμενη καταγεγραμμένη παρουσία του SAT1 στην Ελλάδα ανάγεται στο 1962.
Ο ιός καταγράφηκε στις 15 Μαρτίου 2026 με αρχική εστία κοντά στον Μανταμάδο και στη συνέχεια επεκτάθηκε και σε άλλες περιοχές του νησιού (Πελόπη, Νάπη, Υψηλομέτωπο, Μεσότοπο, Καλλονή και Παράκοιλα, Ανεμώτια, Μήθυμνα, καθώς και περιοχές προς τη Μυτιλήνη και τα Μιστεγνά).
Οι ερευνητές ανασύνθεσαν τη χωρική εξέλιξη της επιδημίας, χρησιμοποιώντας τις επίσημες κοινοποιήσεις και τις διαθέσιμες γεωγραφικές συντεταγμένες.
Έως την τελευταία επικαιροποίηση των δεδομένων της μελέτης στις 31 Ιουλίου 2026, αναφέρονταν 10.212 κρούσματα και 74.238 ευπαθή ζώα, ενώ 61.413 ζώα είχαν θανατωθεί ή απομακρυνθεί στο πλαίσιο της διαχείρισης της επιδημίας.
Οι αριθμοί αυτοί ωστόσο, χρειάζονται προσεκτική ανάγνωση, καθώς οι όροι «κρούσματα», «ευπαθή ζώα» και «ζώα που θανατώθηκαν ή απομακρύνθηκαν» περιγράφουν διαφορετικές κατηγορίες και δεν πρέπει να συγχέονται. Επίσης, τα στοιχεία δίνουν την εικόνα έως τη συγκεκριμένη ημερομηνία και δεν σχετίζονται με τη σημερινή επιδημιολογική κατάσταση.
Η περίπτωση της Λέσβου δείχνει πόσο γρήγορα μια ζωονόσος μπορεί να επεκταθεί γεωγραφικά σε ένα νησιωτικό περιβάλλον όπου η κτηνοτροφική δραστηριότητα, οι μετακινήσεις και η σύνδεση μεταξύ εκμεταλλεύσεων αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους.
«Η αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση συνίσταται στην άμεση μοριακή επιδημιολογική διερεύνηση και στην επιβολή καραντίνας στις γειτονικές κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις, εντός μιας αυστηρά καθορισμένης ακτίνας», λέει η Δρ. Γογγολίδου.
«Στην περίπτωση της Λέσβου, παρατηρήθηκε μια μάλλον αργή αντίδραση όσον αφορά τη διενέργεια ελέγχων και την παρακολούθηση, γεγονός που οδήγησε στην ταχεία εξάπλωση της νόσου σε μεγάλο τμήμα του νησιού. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη θανάτωση μεγάλου αριθμού ζώων από τις ντόπιες φυλές προβάτων της Λέσβου μια εξέλιξη που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί εάν η αντίδραση ήταν ταχύτερη», εκτιμά η επιστήμονας.
Η ανατολική Μεσόγειος…
Εκτός από τη Λέσβο και η Κύπρος κατέγραψε το πρώτο αναφερόμενο ξέσπασμα του ίδιου οροτύπου στις 19 Φεβρουαρίου 2026.
Μέχρι τις 31 Ιουλίου η μελέτη κατέγραφε 2.143 κρούσματα και περίπου 80.000 ευπαθή ζώα, ενώ περισσότερα από 80.000 ζώα είχαν θανατωθεί ή απομακρυνθεί στο πλαίσιο των μέτρων αντιμετώπισης.
Οι ερευνητές χαρτογράφησαν την επέκταση των αναφορών από την ανατολική Λάρνακα προς την κεντρική περιοχή της επαρχίας, και μεταγενέστερα προς τη δυτική Λάρνακα και περιοχές της Λευκωσίας. Καταγράφηκε επίσης συμβάν στη Λεμεσό.
Η χρονική εγγύτητα μεταξύ της εμφάνισης στην Κύπρο και της καταγραφής στη Λέσβο, περίπου έναν μήνα αργότερα, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη διασυνοριακή κυκλοφορία του ιού.
Υπάρχει και ένα ακόμη στοιχείο: ο SAT1 είχε καταγραφεί προηγουμένως στην Τουρκία, μεταξύ άλλων στην επαρχία Μπιλετζίκ, πριν από τα δύο νησιά, χωρίς ωστόσο να αποδεικνύει ότι η Τουρκία αποτέλεσε την άμεση πηγή των συγκεκριμένων επιδημιών.
Οι συγγραφείς είναι σαφείς: χωρίς συγκρίσιμα γονιδιωματικά δεδομένα του ιού και λεπτομερή στοιχεία για τις μετακινήσεις των ζώων, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί άμεση επιδημιολογική σύνδεση μεταξύ των εστιών.
Η γεωγραφική εγγύτητα και η χρονική ακολουθία είναι ενδείξεις που αξίζουν διερεύνηση, αλλά όχι απόδειξη μιας συγκεκριμένης διαδρομής μετάδοσης.
Για να ανασυνθέσουν την εξέλιξη των επιδημιών στη Λέσβο και την Κύπρο, οι ερευνητές επεξεργάστηκαν εκατοντάδες κοινοποιήσεις, ενοποίησαν διπλές καταγραφές και ομαδοποίησαν τις εστίες με βάση τις αναφερόμενες τοποθεσίες. Στη Λέσβο, 142 κοινοποιήσεις οργανώθηκαν σε δέκα γεωγραφικές ομάδες, ενώ στην Κύπρο 121 κοινοποιήσεις αντιστοιχίστηκαν σε επτά ομάδες, χωρίς αυτές οι ομάδες να συνιστούν επίσημα επιβεβαιωμένα δίκτυα μετάδοσης ούτε στατιστικά αποδεδειγμένες επιδημικές συστάδες.
Η καταγραφή του τόπου εμφάνισης των περιστατικών δεν αρκεί για να αποδείξει πώς μεταφέρθηκε ο ιός από τη μία εκμετάλλευση στην άλλη.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι λείπουν κρίσιμα στοιχεία για τις μετακινήσεις των ζώων, τη σύνδεση μεταξύ εκτροφών και τις τοπικές συνθήκες που θα μπορούσαν να εξηγήσουν τη διαφορετική ένταση της εξάπλωσης σε επιμέρους περιοχές. Επιπλέον, οι διαφορές στην επιτήρηση και στις πρακτικές αναφοράς μεταξύ χωρών δυσκολεύουν τις άμεσες συγκρίσεις.
Το ζήτημα όμως δεν είναι αμιγώς τεχνικό.
Σε μια επιδημία, η ποιότητα των δεδομένων επηρεάζει την ταχύτητα με την οποία μπορούν να εντοπιστούν οι πιθανές εστίες, να περιοριστούν οι μετακινήσεις και να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα των μέτρων.
Η ψηφιακή ιχνηλασιμότητα, η συστηματική καταγραφή των μετακινήσεων και η έγκαιρη ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ κτηνιατρικών αρχών μπορούν να αποτελέσουν κρίσιμα εργαλεία.
Θανάτωση ή εμβολιασμός;
Στην Τουρκία, η διαχείριση των επιλεγμένων εστιών SAT1 περιλάμβανε εμβολιασμό, χωρίς να αναφέρεται αντίστοιχη μεγάλης κλίμακας θανάτωση ζώων στα συγκεκριμένα συμβάντα. Στην Κύπρο και τη Λέσβο, αντίθετα, εφαρμόστηκαν μέτρα περιορισμού των μετακινήσεων και εκτεταμένη θανάτωση ή απομάκρυνση ζώων, χωρίς να καταγράφεται εμβολιασμός.
Η σύγκριση αυτή δεν υποδεικνύει ότι μία στρατηγική είναι αποτελεσματικότερη από την άλλη.
Οι επιδημίες διέφεραν ως προς την έκταση, τον αριθμό των ζώων, τις συνθήκες επιτήρησης και το επιδημιολογικό τους πλαίσιο.
Η μελέτη δεν μπορεί να απαντήσει αν ο εμβολιασμός θα είχε αλλάξει την πορεία της επιδημίας στη Λέσβο ή στην Κύπρο. Αναδεικνύει, όμως, την ανάγκη να εξετάζονται ολοκληρωμένα οι διαθέσιμες επιλογές δηλαδή, ταχεία διάγνωση, απομόνωση εκτροφών, περιορισμοί μετακινήσεων, αυστηρή βιοασφάλεια και, όπου ενδείκνυται από τις αρμόδιες αρχές, κατάλληλα σχεδιασμένα προγράμματα εμβολιασμού.
«Η μοριακή επιδημιολογική διερεύνηση, η συνεχής επιτήρηση, η εκπαίδευση των κτηνοτρόφων και η καθιέρωση μέτρων βιοασφάλειας ανά εκτροφή θα πρέπει να υποστηρίζονται από το Κράτος. Δεδομένης της εξέλιξης της κλιματικής αλλαγής, ο εμβολιασμός θα πρέπει επίσης να εξεταστεί ως μια βιώσιμη, στοχευμένη και βραχυπρόθεσμη λύση, ώστε να επιτρέπεται η ταχεία απόκριση σε περίπτωση λοίμωξης και ο περιορισμός του ιού, διασφαλίζοντας παράλληλα τη βιωσιμότητα των εκτρεφόμενων ειδών», σημειώνει η Ελληνίδα επιστήμονας.
Σε μια κρίση που επηρεάζει ολόκληρες παραγωγικές κοινότητες, η συζήτηση για τα μέτρα δεν είναι μόνο επιστημονική. Αφορά το εισόδημα των κτηνοτρόφων, την ανθεκτικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας και το κόστος που καλείται να αναλάβει η κοινωνία.
Η μελέτη δεν υποστηρίζει ότι όλες οι πρόσφατες εστίες έχουν κοινή προέλευση, ούτε αποδεικνύει ότι υπάρχει μία ενιαία, επιβεβαιωμένη διαδρομή εξάπλωσης του SAT1 από την Αφρική έως την ανατολική Μεσόγειο.
Αναδεικνύει την ανάγκη επιτήρησης που να μην περιορίζεται στις ιστορικά γνωστές περιοχές κινδύνου.
Το ερώτημα εδώ δεν είναι αν τα σύνορα μπορούν να σταματήσουν έναν ιό από μόνα τους, αλλά εάν τα συστήματα επιτήρησης μπορούν να εντοπίσουν εγκαίρως την απειλή, να συνδέσουν τις πληροφορίες και να επιτρέψουν την εφαρμογή αποτελεσματικών μέτρων πριν η εξάπλωσή του λάβει μεγάλες διαστάσεις.


