
Πυρήνας τους η παλιά θεωρία πως για τις ναζιστικές θηριωδίες στα Καλάβρυτα, στο Δίστομο, στην Κάνδανο, στο Κούρνοβο ή στον Χορτιάτη δεν φταίνε οι Ναζί αλλά οι «κομμουνιστές που τους προκαλούσαν». Το όποιο κέρδος της αντίστασης, υποστηρίζει αυτό το ιδεολόγημα, ήταν δυσανάλογο των απωλειών από τα αντίποινα- Γράφει ο Σπύρος Αλεξίου.
Τα ντοκουμέντα από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή έφεραν στην επιφάνεια και πάλι την αντιπαράθεση σχετικά με την ταραγμένη εκείνη περίοδο. Η τεκμηρίωση της ιστορικής και ηθικής υπεροχής των αγωνιστών της αντίστασης έναντι των – κάθε μορφής – δοσίλογων είναι τόσο ισχυρή που ξαναθέτει τα «δύο άκρα» και τη διαχρονική παρουσία τους στο προσκήνιο της πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης.
Αυτή η εξέλιξη λειτούργησε ως «σοκ και δέος» για μηχανισμούς και πρόσωπα που ταύτισαν την ύπαρξή τους με την πατριδοκαπηλία. Η πρώτη γραμμή άμυνας, η αμφισβήτηση της γνησιότητας των ντοκουμέντων, κατέρρευσε δια της υπογραφής της ίδιας της κ. Μενδώνη! Δεν συνέβη το ίδιο όμως με άλλα ιδεολογήματα, πιο «επεξεργασμένα». Πυρήνας τους η παλιά θεωρία πως για τις ναζιστικές θηριωδίες στα Καλάβρυτα, στο Δίστομο, στην Κάνδανο, στο Κούρνοβο ή στον Χορτιάτη δεν φταίνε οι Ναζί αλλά οι «κομμουνιστές που τους προκαλούσαν». Το όποιο κέρδος της αντίστασης, υποστηρίζει αυτό το ιδεολόγημα, ήταν δυσανάλογο των απωλειών από τα αντίποινα.

Στην περίπτωση των «200» ιδιάιτερα, σύμφωνα με αυτό το ιδεολόγημα, υπέυθυνοι ήταν οι ΕΛΑΣ ίτες της Λακωνίας. H δεοντολογία επιβάλλει να παραθέσουμε αυτήν την άποψη, όπως την εξέφρασε ο κ. Θ. Τζήμερος με απόλυτη ενάργεια:
«AΥΤΟΣ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΩΝ 200
Ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ, Μανώλης Σταθάκης ήταν ο αρχηγός των κατσαπλιάδων που σε ενέδρα σκότωσαν τον Γερμανό υποστράτηγο Φραντς Κρεχ και 3 άνδρες της συνοδείας του. Τίποτε το αντιστασιακό δεν είχε αυτή η πράξη. Ήταν 27 Απριλίου του 1944, είχαν περάσει 14 μήνες από την ήττα των Γερμανών στο Στάλιγκραντ, οι Γερμανοί έχαναν σε όλα τα μέτωπα και ήταν θέμα χρόνου η τελική τους ήττα. (Σε 6 μηνες θα έφευγαν από την Ελλάδα.) Όμως οι κατσαπλιάδες σκότωναν, σε ενέδρες, διάφορα λιανοφάνταρα και πού και πού κάποιον αξιωματικό Γερμανό. Γιατί το έκαναν; Διότι περίμεναν τα αντίποινα! Δηλαδή να εκτελέσουν οι Γερμανοί αθώους πολίτες από τα κοντινά χωριά που όμως δεν ήταν με το μέρος των κατσαπλιάδων και όσους αναγκαστούν να φύγουν να τους στρατολογήσουν με τη βία στις τάξεις του ΕΛΑΣ, που ήδη προετοιμαζόταν για εμφύλιο. Όμως, οι Γερμανοί αντί να εκτελέσουν κατοίκους των Μολάων, όπως είχαν κάνει στα Καλάβρυτα, εκτέλεσαν σκληροπυρηνικούς κομμουνιστές Ακροναυπλιώτες (που είχαν μεταφερθεί στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου).»
Αρχικά να σχολιάσουμε πως ο κ. Τζήμερος αποκρύπτει πως υπήρξαν εκατοντάδες δολοφονημένοι Έλληνες στην περιοχή των Μολάων. Βέβαια τους περισσότερους τους δολοφόνησαν Έλληνες ομοιδεάτες των Ναζί. Όπως αναφέρει η ανακοίνωση της γερμανικής διοίκησης που δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» στις 30 Απρίλη 1944 «…Υπό την εντύπωσιν κακουργήματος τούτου Έλληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς.». «Εφόνευσαν» πολύ περισσότερους οι Έλληνες συνεργάτες των Ναζί και δεν εφόνευσαν μόνο … «κομμουνιστάς», ως και 6χρονα και 8χρονα παιδιά «εφόνευσαν». Πρωταγωνιστής των εγκλημάτων ήταν ο Διονύσιος Παπαδόγγονας, αρχηγός του Β΄ Αρχηγείου Χωροφυλακής Πελοποννήσου. Οι Γερμανοί ήταν τόσο ικανοποιημένοι από τη συνεργασία του, τόσο ώστε να λάβει συγχαρητήρια επιστολή από τον ίδιο τον Χίτλερ.
Φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε πως τα αντίποινα κατά του άμαχου πληθυσμού άρχισαν από τις πρώτες εβδομάδες, στη μάχη της Κρήτης. Στο χωριό Αλικιανός εκτελέστηκαν 60 άμαχοι, στο Κοντομαρί εκτελέστηκαν 23 και μάλιστα η εκτέλεση φωτογραφήθηκε από Γερμανό πολεμικό ανταποκριτή, στην Κάνδανο εκτελέστηκαν 50 και το χωριό ισοπεδώθηκε ολοκληρωτικά.Τοποθετήθηκαν μάλιστα επιγραφές που δήλωναν ότι η Κάνδανος καταστράφηκε «ως αντίποινα». Συνολικά υπολογίζεται πως για αντίποινα στην αντίσταση του λαού της Κρήτης οι Γερμανοί εκτέλεσαν περισσότερους από 500 αμάχους τον Ιούνιο του 1941, όταν δεν είχε συγκροτηθεί καν το ΕΑΜ.
Μια παράμετρος που επίσης αποκρύπτεται είναι τα γερμανικά αντίποινα εις βάρος του ελληνικού πληθυσμού λόγω της δράσης οργανώσεων υπεράνω κάθε «κομμουνιστικής υποψίας», όπως ήταν ο ΕΔΕΣ του Ν. Ζέρβα. Στην Ήπειρο υπάρχουν περιπτώσεις και μαζικών εκτελέσεων αμάχων αλλά και πυρπόλησεις χωριών λόγω της δράσης τμημάτων του ΕΔΕΣ. Οι περιπτώσεις αυτές είναι πολύ λιγότερες σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα καθώς και η δράση του ΕΔΕΣ ήταν πολύ μικρότερη σε σχέση με το ΕΑΜ αλλά και οι Ναζί καταλάβαιναν ποιος ήταν ο πραγματικός τους αντίπαλος.
Τη μεγαλύτερη εντύπωση βέβαια προκαλεί το γεγονός πως με το ιδεολόγημα αυτό αθωώνονται οι Ναζί και ενοχοποιούνται οι Έλληνες αντιστασιακοί. Και αυτό το υποστηρίζουν πολιτικοί χώροι και πρόσωπα που ομνύουν στην ιδέα του «Έθνους των Ελλήνων» και σπεύδουν κάθε 25η Μαρτίου να εκφωνήσουν βαρύγδουπους λόγους για τους «ήρωες του 1821 που μας ελευθέρωσαν». Αλήθεια αγνοούν ή παριστάνουν πως αγνοούν το τίμημα που πλήρωσαν οι άμαχοι – ως αντίποινα – κατά την περίοδο της Επανάστασης; Ας τα θυμίσουμε…
Έφταιγαν άραγε ο Κολοκοτρώνης κι ο Κανάρης για τα αντίποινα;
Η Επανάσταση του 1821 συνοδεύτηκε από μια αλληλουχία σκληρών και συστηματικών αντιποίνων εκ μέρους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η πρώτη μεγάλη πράξη αντιποίνων σημειώθηκε στην Κωνσταντινούπολη τον Απρίλιο του 1821. Η οθωμανική εξουσία θεώρησε ότι η ηγεσία του ορθόδοξου «μιλλέτ» έφερε συλλογική ευθύνη. Στις 10 Απριλίου 1821 απαγχονίστηκε ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε ΄, μολονότι είχε αφορίσει τους επαναστάτες. Ο συνολικός αριθμός των νεκρών από εκτελέσεις υπολογίζονται περίπου σε 300 άτομα.
Τον Ιούνιο και Ιούλιο του 1821 τα αντίποινα επεκτάθηκαν στην Κύπρο, παρότι δεν είχε εκδηλωθεί οργανωμένη εξέγερση. Στις 9 Ιουλίου 1821 απαγχονίστηκε ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός και αποκεφαλίστηκαν τρεις μητροπολίτες. Οι νεκροί των αντιποίνων υπολογίζονται περίπου σε 600 άτομα. Την ίδια χρονιά, το 1821, καταστράφηκαν οι Κυδωνίες, το Αϊβαλί, μια πόλη ακμάζουσα με πληθυσμό 30.000 Ελλήνων. 3.000 κάτοικοι εκτελέστηκαν ως αντίποινα ενώ 5.000 αιχμαλωτίστηκαν και πουλήθηκαν ως δούλοι. Η πόλη πυρπολήθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά.
Την άνοιξη του 1822 εξεγείρονται οι Έλληνες της Δυτικής Μακεδονίας με επικεφαλής τους Καρατάσο, Γάτσο και Ζαφειράκη. Οι Οθωμανικές δυνάμεις θα καταλάβουν τη Νάουσα και θα ακολουθήσουν αντίποινα. Την έκτασή τους πιστοποιεί και έγγραφο του Εμπού Λουμπούτ, αρχηγού των Οθωμανικών δυνάμεων: «πάνω από 2.000 Ναουσαίοι σφαγιάστηκαν ή απαγχονίστηκαν, τα παιδιά και οι σύζυγοί τους εξανδραποδίσθηκαν, οι περιουσίες τους δημεύθηκαν ενώ οι οικίες τους παραδόθηκαν στις φλόγες…». Στις 7 Μαΐου 1822 ο Εμπού Λουμπούτ επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη με 400 Ναουσαίους αιχμαλώτους, κυρίως γυναίκες και παιδιά. 60 απ’ αυτούς κρεμάστηκαν στις πύλες της Θεσσαλονίκης για εκφοβισμό.
Τον Απρίλιο του 1822, εκτυλίχθηκε η σφαγή της Χίου, ένα από τα πιο τραγικά γεγονότα της Επανάστασης. Οι σφαγιασθέντες, ως αντίποινα, υπολογίζονται σε 30.000, ενώ 48.000 αιχμαλωτίστηκαν και πουλήθηκαν ως δούλοι. Στην Κρήτη, από το 1821 έως το 1824, οι εκτιμώμενοι νεκροί του ελληνικού πληθυσμού από αντίποινα ανέρχονται σε 12.000. Τον Ιούνιο του 1824 καταστράφηκε η Κάσος, της οποίας ο στόλος είχε παρεμποδίσει τον ανεφοδιασμό των οθωμανικών δυνάμεων. Ως αντίποινα 2.000 σκοτώθηκαν και 3.000 αιχμαλωτίστηκαν. Περίπου 1.000–1.500 κατόρθωσαν να διαφύγουν. Το νησί ουσιαστικά ερημώθηκε.
Εξετάζοντας συνολικά τα γεγονότα της περιόδου 1821–1824, διαπιστώνεται ότι οι εκτιμώμενοι νεκροί από αντίποινα για τη δράση των επαναστατών ανέρχονται σε 50.000–60.000. Παρά τη σκληρότητα των αντιποίνων, η Επανάσταση δεν καταπνίγηκε. Οι επαναστάτες συνέχισαν τον αγώνα κυρίως με τη μορφή του ανταρτοπόλεμου, οι ενέδρες με στόχο εχθρικά τμήματα και κυρίως Οθωμανούς αξιωματούχους ήταν η κύρια τακτική.
Πολλά ήταν τα ψέματα, ας πούμε και μια αλήθεια…
Φυσικά ο απολογισμός σε κάθε περίπτωση είναι τραγικός, χιλιάδες άνθρωποι γνώρισαν μαρτυρικό θάνατο. Υπάρχει η θεωρούμενη εύκολη, πολύ σκληρή αλλά και επιβεβαιωμένη από την ιστορία απάντηση που δίνει ποιητικά ο Οδ. Ελύτης πως «για να γυρίσει ο ήλιος» δεν θέλει μόνο δουλειά πολλή αλλά και νεκρούς χιλιάδες. Υπάρχει όμως και η αντικειμενική πραγματικότητα.
Καταρχάς ας στηλιτεύσουμε την απύθμενη υποκρισία των «εθνικοφρόνων», που θυμούνται περιστασιακά τα «αντίποινα», κι ας μπούμε στην ουσία: Άξιζε τον κόπο; Άξιζαν οι θυσίες; Αλήθεια, μήπως είχαν δίκιο οι Δανοί, όπως υποστηρίζουν οι σύγχρονοι απολογητές των συνεργατών των Ναζί; Οι Γερμανοί εισέβαλαν στη χώρα τους στις 9 Απρίλη 1940 στις 5 π.μ. και στις 8 π.μ. ειχαν παραδοθεί, οι περισσότεροι Δανοί πληροφορήθηκαν την εισβολή της χώρας τους ταυτόχρονα με τη επίσημη παράδοσή της ενώ έτρωγαν το πρωινό τους, κι αυτό δεν είναι σχήμα λόγου. Οι απώλειές τους ήταν 16 (!) μόλις στρατιωτικοί και πολίτες, κυρίως από ατυχήματα.
Άρα; Άρα προκειται για μια ιστορική λαθροχειρία . Αρχικά να πούμε πως μας καλούν να παραβλέψουμε το ζήτημα της ηθικής και πολιτικής αξιοπρέπειας, το ζήτημα της προσωπικής ελευθερίας και της εθνικής ανεξαρτησίας, να αποδεχθούμε πως είχε δίκιο ο υπέροχος ηθοποιός (και ΕΑΜίτης) Δ. Σταρένιος όταν έλεγε στον κινηματογράφο την περίφημη ατάκα «οι Γερμανοί μας αγαπάνε, σαν φίλοι ήρθαν».
Πάνω από όλα αποκρύβουν συνειδητά πως η αντισταση του ελληνικού λαού ήταν – πέρα από όσα προαναφέραμε – πάνω από όλα πράξη επιβίωσης. Οι Ναζί λεηλάτησαν κυριολεκτικά τη χώρα, μόνο τον χειμώνα του 1941 πέθαναν 150.000 άνθρωποι από την πείνα, ειδικά στην Αθήνα και στα αστικά κέντρα. Η πιο σημαντική αντιστασιακή πράξη ήταν η σωτηρία του ελληνικού λαού από την πείνα, σε αυτό πρωτοστάτησε το ΕΑΜ και ήταν και ο βασικός λόγος που γιγαντωθηκε. «Το ΕΑΜ μας έσωσε από την πείνα» είναι ο κυρίαρχος στίχος στον ύμνο του.
Ο αγώνας αυτός δεν αφορούσε φυσικά ένα τμήμα που – από την πρώτη στιγμή ως την τελευταία – συνεργάστηκε με τους Ναζί. Αυτό το τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, που δεν ήταν καθόλου μικρό, είχε κάθε λόγο να κατηγορεί όσους αντιστέκονταν. Η μαρτυρία προέρχεται από ένα από τα πιο επιφανή μέλη της, τη Λητώ Κατακουζηνού, συγγραφέα και σύζυγου του κορυφαίου ψυχίατρου-νευρολόγου Άγγελου Κατακουζηνού. Στο βιβλίο της «Άγγελος Κατακουζηνός, ο Βαλής μου», αναφέρει:
«4 του Μάη, 1944.
Ο Βαλής (σ.σ. υποκοριστικό του Άγγελου Κατακουζηνού) φόρεσε τη μαύρη γραβάτα του, ντύθηκα κι εγώ στα μαύρα και βγήκαμε όξω να συναντήσουμε κανά φίλο να μοιραστούμε τον πόνο μας. Στην πλατεία Κολωνακίου πέσαμε πάνω σε κάτι γνωστούς.
«Γιατί μαυροντυμένοι; Τι σας συμβαίνει;» ρώτησαν ανήσυχοι.
«Διακόσιοι Έλληνες τουφεκίστηκαν σήμερα και μας ρωτάτε τι μας συμβαίνει; Σήμερα όλοι οι Έλληνες έπρεπε να μαυροντυθούμε».
«Άγγελε, δεν είσαι με τα καλά σου. Δεν ξέρετε, λοιπόν, ότι όλοι αυτοί ήτανε κομμουνισταί;»
Παγώσαμε.
«Δεν ξέρω κι ούτε μ’ ενδιαφέρει. Έλληνες ήταν και πολεμούσαν τον εχθρό. Και σαν Έλληνες έχουμε το χρέος να τους πενθούμε!»
«Άγγελε, πρόσεξε, στραβό δρόμο πήρες, όλοι αυτοί θέλουν να πιουν το αίμα μας».
«Τους Γερμανούς, θέλετε να πείτε…»
«Άσ’ τους Γερμανούς, πόλεμο κάνουν οι άνθρωποι. Τους άλλους, αυτούς που πενθείτε σήμερα, αυτούς να φοβάστε. Αυτοί μια μέρα θα μας πάρουνε το βιος μας, αυτοί. Άκουσε καλά αυτό που σου λέμε. Άσε τους ρομαντισμούς και σκέψου πιο ρεαλιστικά».
Ο Βαλής τούς κεραυνοβόλησε με κείνο το αυστηρό και ντρέτο βλέμμα του και δίχως μιλιά τούς γυρίσαμε την πλάτη.
«Πάμε πίσω στο σπίτι μας, Λητώ…»
Αυτή είναι η αλήθεια και δεν αφορά μόνο την γερμανική κατοχή. Την ίδια λογική και με την ίδια ενάργεια, έστω και με μυθιστορηματική μορφή, περιγράφει ο Δ. Σολωμός στη «Γυναίκα της Ζάκυθος». Η πρωταγωνίστρια, εκπρόσωπος της κυρίαρχης τάξης των Ιονίων νήσων, απευθύνεται στις προσφύγισσες από το πολιορκημένο Μεσολόγγι:
«Και τι σας έλειπε, και τι κακό είδετε από τον Τούρκο; Δε σας άφηνε φαητά, δούλους, περιβόλια, πλούτια; Και δόξα σοι ο Θεός είχετε περισσότερα από εκείνα που έχω εγώ. Σας είπα εγώ ίσως να χτυπήστε τον Τούρκο, που ερχόστενε τώρα σε με να μου γυρέψετε και να με βρίσετε; Ναίσκε! Εβγήκετε όξω να κάμετε παλικαριές. Οι γυναίκες επολεμούσετε (όμορφο πράμα που ήθελ’ ήστενε με τουφέκι και με βελέσι· ή εβάνετε και βρακί;). Και κάτι εκάμετε στην αρχή, γιατί επήρετε τα άτυχα παλικάρια της Τουρκιάς ξάφνου. Και πώς εμπόρειε ποτέ του να υποφτευτεί τέτοια προδοσία; Το ’θελε ο Θεός;»
Η ίδια λογική, η κυνική ταξική λογική που βλέπει σαν εχθρό τον κοινωνικά αδύναμο και όχι τον κατακτητή. Στην περίφημη σύσκεψη της Βοστίτσας, τον Φλεβάρη του 1821, ο κοτζάμπασης Δ. Χαραλάμπης ειπε τη μεγάλη αλήθεια επιτιθέμενος στον Παπαφλέσσα: «κι αν απελευθερωθούμε από τον Τούρκο τι θα συμβεί; Θα πέσουμε στα χέρια ανθρώπων σαν κι αυτόν (σ.σ. τον Παπαφλέσσα) και σαν τον αδερφό του, πεινασμένων, που δεν ηξεύρουν πηρούνι να κρατήσουν»!
Θυμηθείτε τους, πλησιάζει η 25η Μάρτη, πλησιάζει η 10η Απρίλη, επέτειος των 200 χρόνων από την Έξοδο του Μεσολογγίου. Οι ίδιοι που κατηγορούν όσους αντιστάθηκαν στους Γερμανούς θα βγάζουν δακρύβρεκτους λόγους για τους «ήρωες» του 1821. Οι πολιτικοί πρόγονοί τους μοίραζαν τα «προσκυνοχάρτια» του Κιουταχή στους ραγιάδες. Ο Καραϊσκάκης συνέλαβε έναν από αυτούς, τον Τ. Μαγγίνα που ήταν ψευδομάρτυρας στη δίκη του για προδοσία και τον «στόλισε»: «κι εσύ, τσογλάνι του Κιουτάγια, ήθελες να βγάλεις εμένα προδότη!». Πόσο επίκαιρα τα λόγια του «γύφτου» Αρχιστράτηγου, μόνο τα ονόματα αλλάζουν ως τις μερες μας, όλα τα άλλα μένουν ίδια!
(Ο Σπύρος Αλεξίου είναι ιστορικός και συγγραφέας- Το βιβλίο του “Προδομένο Μεσολόγγι”, με πρόλογο του Παντελή Μπουκάλα, μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις “ΤΟΠΟΣ”)
