Το δημογραφικό ζήτημα στην Ελλάδα προσλαμβάνει πλέον διαστάσεις εθνικής κρίσης, καθώς τα στοιχεία για το 2025 αποκαλύπτουν μια ζοφερή πραγματικότητα που απειλεί τα θεμέλια της κοινωνικής και οικονομικής συγκρότησης της χώρας. Για πρώτη φορά στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας, οι γεννήσεις υποχώρησαν κάτω από το ψυχολογικό όριο των 70.000, καταγράφοντας το χαμηλότερο επίπεδο από το 1932, έτος από το οποίο υπάρχουν επίσημα αρχεία.
Η δραματική αυτή πτώση, που περιορίζει τον αριθμό των νέων γεννήσεων στις μόλις 66.532 για το περασμένο έτος, αναδεικνύει το μέγεθος της πληθυσμιακής συρρίκνωσης, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι το 2010 οι γεννήσεις ξεπερνούσαν τις 114.000. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η χώρα χάνει κάθε χρόνο τον πληθυσμό μιας μεγάλης πόλης, καθώς οι θάνατοι είναι πλέον σταθερά διπλάσιοι από τις γεννήσεις, δημιουργώντας ένα ανησυχητικό αρνητικό φυσικό ισοζύγιο που δεν φαίνεται να αναστρέφεται άμεσα.
Η δημογραφική γήρανση δεν αποτελεί πλέον μια μελλοντική απειλή, αλλά μια σκληρή καθημερινότητα που αποτυπώνεται στους αριθμούς. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Eurostat, ο πληθυσμός της Ελλάδας αναμένεται να μειωθεί κατά 14% έως το 2050, με τις πιο απαισιόδοξες προβλέψεις να κάνουν λόγο για μόλις 7,3 εκατομμύρια κατοίκους μέχρι το τέλος του αιώνα. Παρόλο που η θετική καθαρή μετανάστευση συγκράτησε οριακά τη μείωση του μόνιμου πληθυσμού στις αρχές του 2025, η δομική αδυναμία ανανέωσης των γενεών παραμένει το κύριο πρόβλημα. Η τελευταία 15ετία υπήρξε καταλυτική, καθώς από το 2011 έως σήμερα έχουν «χαθεί» περίπου 600.000 γεννήσεις, γεγονός που συνδέεται άρρηκτα με τις οικονομικές συνθήκες και την ανασφάλεια των νέων ζευγαριών. Η συρρίκνωση αυτή επηρεάζει άμεσα το ασφαλιστικό σύστημα, την αγορά εργασίας και την κοινωνική συνοχή, καθιστώντας το δημογραφικό το σημαντικότερο πρόβλημα που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η χώρα τις επόμενες δεκαετίες.
