Ένα νέο κύμα ανησυχίας σαρώνει την ενεργειακή αγορά, καθώς το φυσικό αέριο καταγράφει μια εντυπωσιακή άνοδο της τάξης του 36% μέσα σε διάστημα μόλις ενός μηνός. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της αγοράς για τον Ιανουάριο του 2026, η τιμή αναφοράς διαμορφώνεται πλέον στα 37,66 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έχοντας προσθέσει περίπου 10 ευρώ στο κόστος της μέσα στο τελευταίο δεκαήμερο. Αν και οι τιμές αυτές υπολείπονται σημαντικά από τα ιστορικά υψηλά της περιόδου 2022-2023, η απότομη κλιμάκωση δημιουργεί συνθήκες οικονομικής ασφυξίας για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που βασίζονται στο καύσιμο για τη θέρμανση και την παραγωγή τους στην καρδιά του χειμώνα.
Η «τέλεια καταιγίδα» που προκάλεσε αυτό το ράλι συντίθεται από έναν συνδυασμό καιρικών και γεωπολιτικών παραγόντων. Η παρατεταμένη κακοκαιρία που πλήττει την Ευρώπη αύξησε κατακόρυφα τη ζήτηση, την ίδια στιγμή που τα ευρωπαϊκά αποθέματα υποχώρησαν κάτω από το 65%, επίπεδο αισθητά χαμηλότερο από την αντίστοιχη περσινή περίοδο.
Παράλληλα, οι καθυστερήσεις στις παραδόσεις αμερικανικού LNG και οι νέες εστίες έντασης στη Μέση Ανατολή, με επίκεντρο το Ιράν, έχουν επαναφέρει το πριμ κινδύνου στις διεθνείς τιμές. Η κατάσταση αυτή μετακυλίεται άμεσα στην ελληνική αγορά, όπου ο δείκτης TTF αποτελεί τη βάση για τη διαμόρφωση των μηνιαίων τιμολογίων, προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις και στο κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας.
Παρά την υψηλή διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, η έλλειψη επαρκών συστημάτων αποθήκευσης καθιστά το φυσικό αέριο τον αναγκαίο «ρυθμιστή» του ενεργειακού μίγματος, με αποτέλεσμα κάθε ανατίμησή του να πλήττει άμεσα την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η μεταβλητότητα θα παραμείνει έντονη όσο διαρκεί η περίοδος θέρμανσης, καλώντας τους καταναλωτές να είναι προσεκτικοί στις επιλογές προγραμμάτων τους. Με το 2026 να ξεκινά με αυτό το ενεργειακό «ποδαρικό», η ανάγκη για επιτάχυνση των επενδύσεων σε εναλλακτικές πηγές και η θωράκιση απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις καθίστανται πιο επιτακτικές από ποτέ.
