
Tο success story της «Βιολάντα» που βάφτηκε με το αίμα των εργατριών έκρυβε μια βαθιά… ομερτά.
«Η γραμμή παραγωγής δεν σταματάει ποτέ. Συνεχίζεται όλο το εικοσιτετράωρο πάση θυσία. Κορμιά πέφτουν η γραμμή παραγωγής όμως δεν σταματάει». Η συγκεκριμένη εργοδοτική νοοτροπία δεν είναι καινοφανής για τη χώρα, αλλά και γενικότερα. Η μπισκοτοβιομηχανία «Βιολάντα» αποτελούσε τα τελευταία χρόνια για τον συστημικό τύπο το Τρικαλινό success story. Μόνο που αυτό το success story λούστηκε στο αίμα εργατριών…
Ο ιδιοκτήτης της μπισκοτοβιομηχανίας διέθετε τρία εργοστάσια στη Θεσσαλία, δύο στα Τρίκαλα και ένα στη Λάρισα. Η βιομηχανία δούλευε σε 24ωρες βάρδιες ως προς τη γραμμή παραγωγής, διότι διοχέτευε με μπισκότα όχι μόνο την Ελληνική αγορά, αλλά προχωρούσε τα τελευταία χρόνια και σε εξαγωγές.
Στην κοινωνία των Τρικάλων το μοτίβο παραγωγής και η δομή της βιομηχανίας είχε στηθεί με τρόπο που να υπάρχει απόλυτος έλεγχος στο προσωπικό, μέσω της αφαίρεσης της δυνατότητάς τους να εγγραφούν σε σωματείο, ενώ ο έλεγχος γινόταν από τη μεσαία βαθμίδα μίας ιδιότυπης πυραμίδας που σχημάτισε η ιδιοκτησία από τους ίδιους τους εργαζόμενους.
Μέλη της τοπικής κοινωνίας υποστηρίζουν ότι η «Βιολάντα» λειτουργούσε σχεδόν αποκλειστικά με γυναίκες που κατάγονταν από χωριά των Τρικάλων. Το ίδιο προκύπτει και από το Εργατικό Κέντρο της περιοχής. Υπήρχε μία ομάδα εργατριών, που ξεκίνησαν ως εργαζόμενες στον φούρνο, ο οποίος προϋπήρχε. Σε αυτές ανατέθηκε το καθήκον να βρούνε γυναίκες από χωριά για να προσληφθούν στην επιχείρηση, όταν πια άρχισε να μεγαλώνει και από ένας φούρνος συνοικιακός γινόταν βιοτεχνία.
Τα χωριά των Τρικάλων ακολουθούν τη μοίρα των χωριών όλης της χώρας. Με τον πρωτογενή τομέα να σβήνει και τη φτώχεια και ανέχεια να απειλεί σοβαρά τα χωριά, η μπισκοτοβιομηχανία έβγαζε τις γυναίκες από τη μιζέρια του σπιτιού τους ή τις απάλλασσε από την σκληρή αγροτική εργασία, δίνοντας τους διέξοδο. Και μία δουλειά, από την οποία, όπως γίνεται σε συνθήκες καπιταλιστικής οικονομίας κάποιος καρπώνεται την υπεραξία της και οι εργαζόμενες μένουν με τα ψίχουλα, πολύτιμα ωστόσο για την καθημερινότητά της οικογένειάς τους.
Σήμερα πια, σε καταθέσεις τους στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης εργαζόμενοι της βιομηχανίας υποστηρίζουν ότι μπορεί να υπήρχαν γυμνά καλώδια υψηλής τάσης εντός του εργοστασίου, ή μπορεί να υπήρχε η απαίτηση να υπογράφουν οι προσληφθέντες ιδιωτικό συμφωνητικό ότι δεν θα συνδικαλιστούν ποτέ όσο εργάζονται στην μπισκοτοβιομηχανία, ή μπορεί να υπήρχε για συγκεκριμένο διάστημα έντονη οσμή αερίου, όμως η δουλειά έπρεπε να βγει και οι εργαζόμενοι να είναι ευγνώμονες στον εργοδότη τους για το ψωμί που κέρδιζαν με τον ιδρώτα τους. Κυριολεκτικά με τον ιδρώτα του προσώπου τους.
Τον Ιούλιο του 2025 το Εργατικό Κέντρο Τρικάλων κατέθεσε αίτημα στην Επιθεώρηση Εργασίας προκειμένου μικτό κλιμάκιο να προχωρήσει σε ελέγχους σε αυτή αλλά και σε άλλες επιχειρήσεις της περιοχής, καθώς υπήρχαν καταγγελίες ότι σε συνθήκες καύσωνα οι εργαζόμενοι υποχρεώνονταν να εργάζονται στην παραγωγή σε πολλαπλώς υψηλότερες θερμοκρασίες εξαιτίας των φούρνων. Το μικτό κλιμάκιο έκανε τον έλεγχο, το πόρισμα όμως δεν δημοσιοποιήθηκε ποτέ, ούτε δόθηκε στο Εργατικό Κέντρο, η διοίκηση του οποίου το ζήτησε σε χρόνο προγενέστερο του δυστυχήματος αλλά και μετά από αυτό.
Σε αντιπροσωπεία του Εργατικού Κέντρου δεν επιτρεπόταν ούτε καν η είσοδος στο εργοστάσιο. Σύμφωνα με όσα δηλώνονται από την διοίκηση όταν ζητήθηκε από μέλη του Εργατικού Κέντρου να συναντηθούν με εργαζόμενους της επιχείρησης στο κυλικείο και οπωσδήποτε σε διάλειμμα, η απαγόρευση ήταν ρητή. Όταν επιχειρήθηκε να στηθούν κάλπες ώστε οι εργαζόμενοι να ψηφίσουν στις εκλογές του Εργατικού Κέντρου αυτές στήθηκαν στον προαύλιο χώρο του εργοστασίου και ούτε ένας εργαζόμενος δεν πήγε να ψηφίσει! Άλλωστε, σύμφωνα με την διοίκηση του Εργατικού Κέντρου η ιδιοκτησία ειδοποίησε και την αστυνομία, διά παν ενδεχόμενο…
