
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται και στο λογισμικό Predator, με την έκθεση να επισημαίνει ότι ποιοτικά στοιχεία και δημόσια καταγεγραμμένες υποθέσεις συνδέουν την Ελλάδα με τη χρήση του συγκεκριμένου spyware.
Ανησυχητική εικόνα για το επίπεδο της ψηφιακής ασφάλειας οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, δημοσιογράφων και υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα καταγράφει νέα διεθνής έρευνα του Belgrade Centre for Security Policy, η οποία εξετάζει την κατάσταση σε 11 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Δυτικών Βαλκανίων.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της έκθεσης, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες όπου έχουν καταγραφεί επιβεβαιωμένες ή ύποπτες περιπτώσεις χρήσης λογισμικών κατασκοπείας (spyware), μαζί με τη Σερβία, την Πολωνία, την Ουγγαρία, την Ιταλία και την Ισπανία. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι ψηφιακές απειλές εντείνονται ιδιαίτερα σε περιόδους εκλογικών αναμετρήσεων, διαδηλώσεων ή δημοσίευσης ερευνητικών ρεπορτάζ, ενώ πολλές οργανώσεις δεν διαθέτουν την απαραίτητη τεχνογνωσία και τους μηχανισμούς για να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στις σύγχρονες προκλήσεις της κυβερνοασφάλειας.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται και στο λογισμικό Predator, με την έκθεση να επισημαίνει ότι ποιοτικά στοιχεία και δημόσια καταγεγραμμένες υποθέσεις συνδέουν την Ελλάδα με τη χρήση του συγκεκριμένου spyware. Παράλληλα, η χώρα εμφανίζει από τα υψηλότερα επίπεδα αναφορών για κρατική παρακολούθηση ή ύποπτη επιτήρηση, καθώς και για διαδικτυακή παρενόχληση εις βάρος ακτιβιστών και δημοσιογράφων.
Παράλληλα, η Ελλάδα περιλαμβάνεται μεταξύ των χωρών όπου δηλώνεται αυξημένη ανάγκη για νομική υποστήριξη και εξειδικευμένες λύσεις σε θέματα ψηφιακής ασφάλειας.
Στην αξιολόγηση του επιπέδου της ψηφιακής καταστολής, οι Έλληνες συμμετέχοντες κατατάσσουν τη χώρα μεταξύ εκείνων όπου η πίεση θεωρείται υψηλή, με τις βασικές ανησυχίες να επικεντρώνονται στην επιτήρηση, στη χρήση προηγμένων τεχνολογιών παρακολούθησης και στην αδυναμία αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.


