
Πρωτοποριακή, μη επεμβατική τεχνική μπορεί να διακρίνει τα αυθεντικά έργα τέχνης από τα πλαστά, προσφέροντας σε ενδιαφερόμενους ένα σημαντικό πλεονέκτημα στην αντιμετώπιση της απάτης.
Μια νέα επιστημονική μέθοδος που παρουσιάστηκε στο επιστημονικό περιοδικό Surface Topography: Metrology and Properties υπόσχεται να αλλάξει τα δεδομένα στην αυθεντικοποίηση έργων τέχνης, προσφέροντας σε μουσεία, συλλέκτες και οίκους δημοπρασιών ένα ισχυρό εργαλείο για την αντιμετώπιση της πλαστογραφίας.
Η έρευνα, που αναπτύχθηκε στο Université Polytechnique Hauts-de-France, παρουσιάζει μια πρωτοποριακή, μη επεμβατική τεχνική η οποία μπορεί να διακρίνει αυθεντικά έργα από απομιμήσεις μέσω της ανάλυσης της μικροσκοπικής «υφής» ενός πίνακα.
Η μέθοδος μετατρέπει εικόνες υψηλής ανάλυσης σε τρισδιάστατους χάρτες, επιτρέποντας στους ερευνητές να μετρήσουν πόσο τραχιά ή λεπτομερής είναι επιφάνεια χρησιμοποιώντας τις λεγόμενες μορφοκλασματικές διαστάσεις D ή φράκταλ.
Με αυτόν τον τρόπο καταγράφονται εξαιρετικά λεπτά μοτίβα που δημιουργούνται από τις πινελιές του καλλιτέχνη, τα οποία εμφανίζονται με τέτοια συνέπεια ώστε να λειτουργούν ως ένα μοναδικό μορφολογικό «αποτύπωμα» του δημιουργού.
Για να δοκιμάσουν την αποτελεσματικότητα της τεχνικής, οι επιστήμονες την εφάρμοσαν σε έργα που αποδίδονται στον Βίνσεντ βαν Γκογκ. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το σύστημα μπορεί να διαχωρίσει με αξιοπιστία αυθεντικούς πίνακες από γνωστές απομιμήσεις.
Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση του έργου «The Plowmen», μιας καλά τεκμηριωμένης απομίμησης, το οποίο αναγνωρίστηκε ως σαφώς διαφορετικό από τα γνήσια έργα του Ολλανδού ζωγράφου.
Αντίθετα, ο πίνακας «Sunset at Montmajou» , που είχε πρόσφατα επιβεβαιωθεί ως αυθεντικός, παρουσίασε ισχυρή ομοιότητα με τα αναγνωρισμένα έργα του βαν Γκογκ.
Παράλληλα, η μέθοδος κατάφερε να διακρίνει τις καλλιτεχνικές «υπογραφές» του βαν Γκογκ και του Σουηδού ζωγράφου του 17ου αιώνα Νταβίντ Κλέκερ Έρενστραλ, γεγονός που αναδεικνύει τις ευρύτερες δυνατότητές της.
Η πλαστογραφία έργων τέχνης αποτελεί ένα διαρκώς αυξανόμενο πρόβλημα στην παγκόσμια αγορά τέχνης. Μέχρι σήμερα, η πιστοποίηση της αυθεντικότητας βασίζεται συνήθως σε έναν συνδυασμό γνώμης ειδικών, ιστορικής έρευνας, ανάλυσης χρωστικών ουσιών και ψηφιακών τεχνικών. Αν και οι μέθοδοι αυτές θεωρούνται ιδιαίτερα αποτελεσματικές, απαιτούν σημαντικούς πόρους και σε ορισμένες περιπτώσεις δεν οδηγούν σε οριστικά συμπεράσματα.
Η νέα τεχνολογία φιλοδοξεί να ενισχύσει τη διαδικασία αυθεντικοποίησης, ειδικά όταν συνδυάζεται με άλλες αναλύσεις, όπως η χημική εξέταση των υλικών, μειώνοντας παράλληλα το οικονομικό ρίσκο και συμβάλλοντας στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η ανάγκη για πιο αξιόπιστα εργαλεία ελέγχου γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική. Πρόσφατη έρευνα που δημοσίευσε η βρετανική εφημερίδα The Guardian αποκάλυψε ότι τεχνητή νοημοσύνη εντόπισε έως και 40 πλαστά έργα τέχνης, ανάμεσά τους και έργα που παρουσιάζονταν ως δημιουργίες των Μονέ και Ρενουάρ, τα οποία διατίθεντο προς πώληση σε μεγάλες διαδικτυακές πλατφόρμες.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι επιστημονικές αναλύσεις λειτουργούν υποστηρικτικά, παρέχοντας στους ειδικούς τα απαραίτητα δεδομένα για τη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων. Η συνδυαστική χρήση διαφορετικών μεθόδων οδηγεί σε πιο ασφαλή συμπεράσματα, συμβάλλοντας στον εντοπισμό της απάτης και στη διαφύλαξη πολύτιμων πολιτιστικών αγαθών.
Ο επικεφαλής της έρευνας, Φρανσουά Μπερκμάν, υπογράμμισε ότι η ανάλυση φράκταλ προσφέρει ένα μετρήσιμο «δακτυλικό αποτύπωμα» των πινελιών ενός καλλιτέχνη χωρίς να απαιτείται δειγματοληψία ή οποιαδήποτε παρέμβαση στον πίνακα. Όπως σημείωσε, η νέα προσέγγιση δεν πρόκειται να αντικαταστήσει την παραδοσιακή εμπειρογνωμοσύνη, αλλά μπορεί να την ενισχύσει σημαντικά.


