
Η αποποινικοποίηση της κάνναβης δεν φαίνεται να αυξάνει τη χρήση της. Αντίθετα, η νόμιμη εμπορευματοποίησή της αυξάνει σημαντικά τα ποσοστά χρήσης, εξάρτησης και ψυχιατρικών επιπλοκών.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα μιας μεγάλης διεθνούς ανάλυσης που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet Psychiatry η οποία εξετάζει πώς οι διαφορετικές πολιτικές για την κάνναβη επηρεάζουν τη δημόσια υγεία σε όλο τον κόσμο.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Πανεπιστημίου του Μπαθ στο Ηνωμένο Βασίλειο, σε συνεργασία με ειδικούς στην ψυχική υγεία και τις εξαρτήσεις από την Αμερική, την Ευρώπη, την Αφρική, την Ασία, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία.
Οι επιστήμονες ανέλυσαν τις μεταβολές στις πολιτικές για την κάνναβη από το 2000 έως το 2025, εξετάζοντας τη σχέση τους με τα επίπεδα χρήσης της ουσίας, την εξάρτηση από αυτήν και την εμφάνιση ψυχιατρικών διαταραχών.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, η αποποινικοποίηση της κατοχής μικρών ποσοτήτων κάνναβης για προσωπική χρήση δεν συνοδεύεται από αξιοσημείωτη αύξηση της κατανάλωσης. Παρόμοια εικόνα παρατηρείται και σε χώρες που έχουν προχωρήσει σε αυστηρά ρυθμιζόμενη νομιμοποίηση της κάνναβης, όπου η πρόσβαση των πολιτών σε αυτή ελέγχεται αυστηρά από το κράτος.
Η περίπτωση της Ουρουγουάης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η χώρα ήταν η πρώτη στον κόσμο που νομιμοποίησε την κάνναβη και σήμερα εφαρμόζει ένα αυστηρά ελεγχόμενο σύστημα διάθεσης. Οι ενήλικες μπορούν να προμηθευτούν περιορισμένο αριθμό προϊόντων από φαρμακεία, τα οποία υπόκεινται σε όρια περιεκτικότητας σε δραστικές ουσίες, ενώ έχουν επίσης τη δυνατότητα να συμμετέχουν σε λέσχες καλλιέργειας ή να καλλιεργούν οι ίδιοι φυτά για προσωπική χρήση.
Σύμφωνα με τη μελέτη, σε τέτοιου είδους μοντέλα δεν καταγράφεται ουσιαστική μεταβολή στα επίπεδα χρήσης.
Η εικόνα αλλάζει δραματικά όταν η νομιμοποίηση συνοδεύεται από τη δημιουργία μεγάλων εμπορικών αγορών. Σε αρκετές πολιτείες των ΗΠΑ και στον Καναδά, η κάνναβη διατίθεται νόμιμα μέσω επιχειρήσεων που λειτουργούν με γνώμονα το κέρδος, καθιστώντας τα προϊόντα ευρέως διαθέσιμα.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι σε αυτές τις αγορές η κατανάλωση αυξήθηκε μετά τη νομιμοποίηση, παράλληλα με την περιεκτικότητα σε δραστικές ουσίες των διαθέσιμων προϊόντων.
Η μεγαλύτερη περιεκτικότητα συνοδεύτηκε από αύξηση των περιστατικών εξάρτησης μεταξύ των ενηλίκων, με περισσότερους χρήστες να δυσκολεύονται να διακόψουν τη χρήση παρά τις αρνητικές επιπτώσεις στην καθημερινή τους ζωή. Παράλληλα, παρατηρήθηκε αύξηση των εισαγωγών σε νοσοκομεία λόγω ψυχωσικών επεισοδίων, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων όπου η ψύχωση συνυπήρχε με διαταραχή χρήσης κάνναβης.
Ο καθηγητής Tom Freeman από το Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Μπαθ υποστηρίζει ότι η συζήτηση γύρω από την κάνναβη δεν αφορά πλέον το αν θα αλλάξουν οι πολιτικές διάθεσης και χρήσης της, αλλά το πώς θα αλλάξουν.
Όπως σημειώνει, η αποποινικοποίηση και τα αυστηρά ρυθμιζόμενα μοντέλα νομιμοποίησης εμφανίζουν ελάχιστες επιπτώσεις στα επίπεδα χρήσης, ενώ η εμπορική νομιμοποίηση στον Καναδά και τις Ηνωμένες Πολιτείες οδήγησε σε αύξηση των πωλήσεων και της κατανάλωσης.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι στις ΗΠΑ οι καθημερινοί χρήστες κάνναβης είναι πλέον περισσότεροι από τους καθημερινούς καταναλωτές αλκοόλ. Σύμφωνα με τον Freeman, η εμφάνιση μιας βιομηχανίας κάνναβης που λειτουργεί με γνώμονα το κέρδος δημιουργεί τον κίνδυνο να τεθούν τα εμπορικά συμφέροντα πάνω από τη δημόσια υγεία, όπως συνέβη ιστορικά με τις βιομηχανίες καπνού και αλκοόλ.
Η μεγαλύτερη διαθεσιμότητα προϊόντων, η αύξηση της ισχύος τους και η ενεργή προώθησή τους μέσω μάρκετινγκ αποτελούν παράγοντες που μπορούν να ενισχύσουν τις βλάβες για τους καταναλωτές.
Η μελέτη εξετάζει και τον ρόλο της ιατρικής κάνναβης, καταλήγοντας ότι η χαλαρή ρύθμιση της πρόσβασης σε ιατρικά προϊόντα κάνναβης μπορεί επίσης να εγκυμονεί κινδύνους για τη δημόσια υγεία, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχουν επαρκή επιστημονικά δεδομένα που να τεκμηριώνουν την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητά τους.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Συμβούλιο για την Κατάχρηση Ουσιών εξετάζει ήδη τις συνέπειες της νομιμοποίησης της ιατρικής κάνναβης, αξιολογώντας κατά πόσο πέτυχε τους στόχους της και αν προκάλεσε απρόβλεπτες παρενέργειες.
Παράλληλα με τη βασική ανάλυση, η ερευνητική ομάδα δημοσίευσε δύο ακόμη μελέτες σχετικά με την κάνναβη και την ψυχική υγεία. Η πρώτη διαπίστωσε ότι η καθημερινή χρήση κάνναβης μπορεί, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες κινδύνου, να αυξήσει την πιθανότητα εμφάνισης ψύχωσης. Αντίθετα, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν είναι επαρκή για να αποσαφηνιστεί ο ρόλος της στη δημιουργία κατάθλιψης, αγχωδών διαταραχών ή αυτοκτονικού ιδεασμού.
Η δεύτερη μελέτη αξιολόγησε τα αποτελέσματα 54 κλινικών δοκιμών σχετικά με τη χρήση δραστικών συστατικών της κάνναβης για τη θεραπεία ψυχιατρικών διαταραχών, όπου διαπιστώθηκαν περιορισμένα οφέλη. Τα κανναβινοειδή μείωσαν μέτρια την απόσυρση και τη χρήση κάνναβης, βελτίωσαν την αϋπνία και βοήθησαν με τα τικ και με ορισμένα χαρακτηριστικά αυτισμού. Ωστόσο αύξησαν την επιθυμία για κοκαΐνη σε άτομα με διαταραχή χρήσης κοκαΐνης και δεν έδειξαν σημαντική επίδραση στο άγχος, το μετατραυματικό στρες, την ψύχωση ή την εξάρτηση από οπιοειδή. Δεν υπήρξαν δοκιμές για τη θεραπεία της κατάθλιψης.
Παρότι η συνταγογράφηση αυτών των ουσιών για προβλήματα ψυχικής υγείας αυξάνεται διεθνώς, οι ερευνητές δεν εντόπισαν ισχυρές ενδείξεις αποτελεσματικότητας.
Το συνολικό συμπέρασμα των ερευνητών είναι ότι οι επιπτώσεις της νομιμοποίησης της κάνναβης εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το μοντέλο που επιλέγει κάθε χώρα. Η αποποινικοποίηση ή η αυστηρά ελεγχόμενη νομιμοποίηση μπορούν να μειώσουν τις κοινωνικές και δικαστικές συνέπειες για τους χρήστες χωρίς να οδηγούν απαραίτητα σε αύξηση της κατανάλωσης.
Αντίθετα, η δημιουργία μεγάλων εμπορικών αγορών με κίνητρο το κέρδος φαίνεται να συνδέεται με μεγαλύτερη χρήση, ισχυρότερα προϊόντα, υψηλότερα ποσοστά εξάρτησης και αυξημένο κίνδυνο σοβαρών προβλημάτων ψυχικής υγείας.


