τα 5 καλύτερα της εβδομάδας

spot_img

Γιατί κάποιοι άνθρωποι υποφέρουν από ένα βουητό που οι άλλοι σχεδόν δεν ακούν

Γιατί κάποιοι άνθρωποι υποφέρουν από ένα βουητό που οι άλλοι σχεδόν δεν ακούν

Η επιστήμη προσπαθεί εδώ και χρόνια να καταλάβει γιατί συμβαίνει αυτό, και τώρα μια νέα μελέτη ίσως δίνει την πιο πειστική απάντηση μέχρι σήμερα

Ένα επίμονο βουητό από το σύστημα εξαερισμού, μια ανεμογεννήτρια στο βάθος ή ο μετασχηματιστής μιας βιομηχανικής εγκατάστασης.

Για τους περισσότερους πρόκειται για έναν ήχο που περνά σχεδόν απαρατήρητος. Για άλλους, όμως, μπορεί να γίνει εξουθενωτικός, προκαλώντας δυσφορία, αίσθηση πίεσης ή την εντύπωση ότι «κάτι δεν πάει καλά» στον χώρο.

Η επιστήμη προσπαθεί εδώ και χρόνια να καταλάβει γιατί συμβαίνει αυτό, και τώρα μια νέα μελέτη ίσως δίνει την πιο πειστική απάντηση μέχρι σήμερα.

Ερευνητές του Νορβηγικού Πανεπιστημίου Επιστήμης και Τεχνολογίας (NTNU) και του University College London ανακάλυψαν ότι οι ήχοι πολύ χαμηλής συχνότητας δεν γίνονται αντιληπτοί από τον εγκέφαλο με τον ίδιο τρόπο όπως οι υπόλοιποι ήχοι.

Τα αποτελέσματα της έρευνας, που δημοσιεύθηκαν στο Scientific Reports του εκδοτικού ομίλου Nature, υποδεικνύουν ότι ο ανθρώπινος οργανισμός διαθέτει έναν εναλλακτικό μηχανισμό ανίχνευσης των λεγόμενων υπόηχων και ότι αυτός ο μηχανισμός ίσως διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Οι υπόηχοι είναι ήχοι με συχνότητα μικρότερη από 16 Hz, κάτω δηλαδή από το όριο που συνήθως θεωρείται ότι μπορεί να αντιληφθεί η ανθρώπινη ακοή. Παρόλα αυτά, όταν η έντασή τους είναι αρκετά υψηλή, ο άνθρωπος μπορεί να τους αντιληφθεί. Όχι όμως απαραίτητα ως έναν συμβατικό ήχο.

Στην πραγματικότητα, πολλοί περιγράφουν τους υπόηχους ως ένα χαμηλό βουητό, μια δόνηση ή ακόμη και μια ανεξήγητη αίσθηση πίεσης στο σώμα. Πρόκειται για ήχους που παράγονται από πλήθος σύγχρονων τεχνολογιών και υποδομών. Μέχρι σήμερα, οι επιστήμονες δεν γνώριζαν γιατί αυτοί οι ήχοι μοιάζουν τόσο διαφορετικοί από όλους τους υπόλοιπους. Η νέα έρευνα δείχνει ότι η εξήγηση βρίσκεται βαθιά μέσα στο αυτί.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, η ακοή βασίζεται στα τριχοειδή αισθητήρια κύτταρα του κοχλία, τα οποία μετατρέπουν τις μηχανικές δονήσεις σε ηλεκτρικά σήματα που αποστέλλονται στον εγκέφαλο. Όταν όμως η συχνότητα του ήχου πέφτει σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, αυτά τα κύτταρα δεν ενεργοποιούνται αποτελεσματικά.

Τότε αναλαμβάνει δράση ένας διαφορετικός βιολογικός μηχανισμός.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, υποστηρικτικά κύτταρα του εσωτερικού αυτιού, τα οποία φυσιολογικά ρυθμίζουν την ευαισθησία της ακοής, μπορούν να δημιουργήσουν ηλεκτρικά πεδία αρκετά ισχυρά ώστε να ενεργοποιήσουν τα ακουστικά νεύρα και να μεταφέρουν πληροφορίες στον εγκέφαλο.

Με άλλα λόγια, οι υπόηχοι δεν «ακούγονται» όπως μια ανθρώπινη φωνή ή μια μουσική νότα. Γίνονται αντιληπτοί μέσω μιας διαφορετικής νευροβιολογικής διαδικασίας, κάτι που εξηγεί γιατί πολλοί άνθρωποι τους βιώνουν περισσότερο ως φυσική αίσθηση παρά ως ήχο.

Η ανακάλυψη λύνει και ένα ακόμη μυστήριο

Οι ειδικοί γνώριζαν εδώ και χρόνια ότι μια μικρή αύξηση στην ένταση ενός ήχου πολύ χαμηλής συχνότητας μπορεί να προκαλέσει δυσανάλογα μεγάλη ενόχληση. Το νέο μοντέλο δείχνει ότι αυτή η απότομη μεταβολή δεν είναι ψυχολογική ή τυχαία, αλλά αποτελεί φυσική συνέπεια του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ο εναλλακτικός μηχανισμός αντίληψης του ήχου.

Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι ο μηχανισμός αυτός φαίνεται πως δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους ανθρώπους. Εάν η ευαισθησία του διαφέρει από άτομο σε άτομο, τότε εξηγείται γιατί κάποιοι ενοχλούνται έντονα από το συνεχές βουητό μιας ανεμογεννήτριας ή ενός συστήματος εξαερισμού, ενώ άλλοι που βρίσκονται στον ίδιο χώρο δεν αντιλαμβάνονται σχεδόν τίποτα.

Η ανακάλυψη αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε έναν κόσμο όπου οι πηγές χαμηλής συχνότητας θορύβου πολλαπλασιάζονται. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι αντλίες θερμότητας, τα μεγάλα κέντρα δεδομένων, οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις και οι ολοένα πιο πυκνοκατοικημένες πόλεις δημιουργούν ένα ακουστικό περιβάλλον που δεν περιορίζεται μόνο στους ήχους που ακούμε συνειδητά.

Αν επιβεβαιωθούν τα νέα ευρήματα από μελλοντικές μελέτες, θα μπορούσαν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται οι κανονισμοί για την ηχορύπανση, να οδηγήσουν σε ακριβέστερες μεθόδους μέτρησης των υπόηχων και να βοηθήσουν στην ανάπτυξη νέων στρατηγικών προστασίας για ανθρώπους με αυξημένη ευαισθησία.

Η έρευνα υπενθυμίζει ότι η ακοή δεν είναι απλώς μια παθητική διαδικασία καταγραφής ήχων, αλλά το αποτέλεσμα πολύπλοκων βιολογικών μηχανισμών, αρκετοί από τους οποίους παραμένουν ακόμη ανεξερεύνητοι.

Και μερικές φορές, αυτό που αισθανόμαστε χωρίς να μπορούμε να το εξηγήσουμε έχει πολύ πιο συγκεκριμένη βιολογική βάση απ’ ό,τι πιστεύαμε.

#ΑΚΟΗ

Μετάβαση στην Πηγή

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΩΡΑ