
Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ ανακάλυψαν ότι τα ακουστικά ερεθίσματα κατά τη διάρκεια του ύπνου μπορούν να έχουν εντελώς ανεπιθύμητη επίδραση στις γνωστικές μας λειτουργίες.
Τυχαίοι ήχοι που ακούγονται κατά τη διάρκεια του ύπνου ενδέχεται να επηρεάζουν αρνητικά τη δημιουργία νέων αναμνήσεων, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη από το Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ.
Τα ευρήματα έρχονται να προσθέσουν μια σημαντική διάσταση στη σύγχρονη έρευνα για τον ύπνο, η οποία τα τελευταία χρόνια εξετάζει κατά πόσο η στοχευμένη ακουστική διέγερση μπορεί να ενισχύσει τη μνήμη.
Ωστόσο, η νέα μελέτη δείχνει ότι οι ήχοι που αναπαράγονται χωρίς συγκεκριμένο σχεδιασμό μπορούν να έχουν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα.
Συγκεκριμένα η ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τις νευροψυχολόγους Monika Schönauer και Nora Roüast, διαπίστωσε ότι οι τυχαίοι ήχοι κατά τη διάρκεια του ύπνου διαταράσσουν τον βαθύ ύπνο και επηρεάζουν την εξάπλωση των αργών εγκεφαλικών κυμάτων, τα οποία θεωρούνται θεμελιώδη για την παγίωση των νέων αναμνήσεων.
Τα συγκεκριμένα κύματα διευκολύνουν την επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών περιοχών του εγκεφάλου, επιτρέποντας την αποτελεσματική αποθήκευση των πληροφοριών που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Όπως εξηγεί η Nora Roüast, για τη δημιουργία της μνήμης δεν αρκεί μόνο η παρουσία των αργών εγκεφαλικών κυμάτων, αλλά είναι εξίσου σημαντικός και ο τρόπος με τον οποίο αυτά διαδίδονται στον εγκέφαλο. Σύμφωνα με την ίδια, οι τυχαίοι ήχοι παρεμποδίζουν αυτή τη διαδικασία, διακόπτοντας έναν κρίσιμο μηχανισμό που υποστηρίζει τη μνήμη.
Το πείραμα…
Στη μελέτη συμμετείχαν 20 ενήλικες, οι οποίοι σε δύο διαφορετικές πειραματικές συνεδρίες κωδικοποίησαν δηλωτική και διαδικαστική μνήμη πριν από έναν 3ωρο ύπνο και στη συνέχεια κλήθηκαν να ανακτήσουν τις πληροφορίες. Η δηλωτική (ή ρητή) μνήμη κωδικοποιεί γεγονότα και πληροφορίες (ονόματα, ημερομηνίες, γνώσεις) που μπορούν να ανακληθούν συνειδητά και να περιγραφούν με λέξεις, ενώ η διαδικαστική (ή άρρητη) μνήμη κωδικοποιεί δεξιότητες και μοτίβα συμπεριφοράς, π.χ., πώς να κάνει κάποιος ποδήλατο ή πώς να πληκτρολογεί, συνήθειες που εκτελούνται αυτόματα, ασυνείδητα και δύσκολα περιγράφονται με λόγια. Εν προκειμένω οι εθελοντές έλαβαν πληροφορίες γενικών γνώσεων και έμαθαν μια συγκεκριμένη ακολουθία κινήσεων με τα δάχτυλα πριν πέσουν για ύπνο. Κατά τη διάρκεια του 3ωρου ύπνου τους, οι ερευνητές κατέγραφαν την εγκεφαλική δραστηριότητα και τα στάδια του ύπνου μέσω ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος (EEG).
Τη μία ημέρα οι συμμετέχοντες εκτίθεντο τυχαία μικρούς ήχους («κλικ») κατά τη διάρκεια του ύπνου τους, ενώ την άλλη επικρατούσε απόλυτη σιωπή. Μετά το τέλος του πειράματος αξιολογήθηκε η ικανότητά τους να θυμηθούν όσα είχαν μάθει πριν κοιμηθούν.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι τυχαίοι ήχοι δεν μείωσαν σημαντικά τη συνολική διάρκεια του ύπνου. Ωστόσο, άλλαξαν τη δομή του, καθώς οι συμμετέχοντες πέρασαν λιγότερο χρόνο σε βαθύ ύπνο και περισσότερο σε ελαφρύτερα στάδια.
Παράλληλα, τα αργά εγκεφαλικά κύματα εμφανίζονταν λιγότερο συχνά και διαδίδονταν σε μικρότερο αριθμό εγκεφαλικών περιοχών. Αυτή η περιορισμένη διάδοσή τους συνδέθηκε άμεσα με τη χαμηλότερη επίδοση των συμμετεχόντων στις δοκιμασίες μνήμης.
Συγκεκριμένα, οι αλλαγές αυτές συνδέθηκαν με χαμηλότερες επιδόσεις στις δοκιμασίες δηλωτικής μνήμης, δηλαδή της ικανότητας αποθήκευσης και ανάκλησης πληροφοριών και γεγονότων. Αντίθετα, η διαδικαστική μνήμη που αφορά δεξιότητες και αυτοματοποιημένες κινήσεις δεν φάνηκε να επηρεάζεται σημαντικά.
Παράλληλα, οι ερευνητές εκτιμούν ότι οι τυχαίοι ήχοι πιθανότατα προκαλούν μικρές αντιδράσεις αφύπνισης, ακόμη και όταν τα άτομα δεν ξυπνούν πλήρως. Οι ήχοι φαίνεται να ενεργοποιούν τα λεγόμενα k-συμπλέγματα, μια φυσιολογική εγκεφαλική αντίδραση στα εξωτερικά ερεθίσματα, η οποία μπορεί να μεταφέρει τον εγκέφαλο από τον βαθύ ύπνο σε ελαφρύτερα στάδια. Αυτό εξηγεί γιατί οι συμμετέχοντες κοιμήθηκαν σχεδόν τον ίδιο συνολικό χρόνο, αλλά ο ύπνος τους ήταν λιγότερο αποδοτικός ως προς τη δημιουργία νέων αναμνήσεων.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα ευρήματα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η επιστημονική κοινότητα διερευνά τρόπους ενίσχυσης της μνήμης ή ακόμη και θεραπευτικές εφαρμογές μέσω ακουστικής διέγερσης κατά τον ύπνο.
Όπως τονίζει η καθηγήτρια Monika Schönauer, ακόμη και απλοί ήχοι, χωρίς μελωδία ή λεκτικό περιεχόμενο, μπορούν να επηρεάσουν τη φυσιολογία του ύπνου και να διαταράξουν τις πολύπλοκες εγκεφαλικές διεργασίες που είναι απαραίτητες για τον σχηματισμό νέων αναμνήσεων, γεγονός που καθιστά αναγκαία την προσεκτική αξιολόγηση των πιθανών παρενεργειών τέτοιων παρεμβάσεων.


