τα 5 καλύτερα της εβδομάδας

spot_img

Το 2050 η πρόσβαση σε τροφή, νερό και ενέργεια προβλέπεται βαθιά άνιση

Το 2050 η πρόσβαση σε τροφή, νερό και ενέργεια προβλέπεται βαθιά άνιση

Νέα μελέτη του MIT εξετάζει 3.735 πιθανά σενάρια για το μέλλον των βασικών πόρων. Σε ορισμένες περιοχές, οι φτωχότεροι άνθρωποι ενδέχεται να δαπανούν σχεδόν το μισό εισόδημά τους μόνο για τρόφιμα.

Πώς θα μοιάζει η πρόσβαση στα τρόφιμα, το νερό και την ενέργεια το 2050; Η απάντηση δεν είναι ίδια για όλους.

Μια νέα μελέτη με τη συμμετοχή ερευνητών του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Μασαχουσέτης (MIT) δείχνει ότι οι ανισότητες πρόσβασης στους βασικούς πόρους μπορεί να διευρυνθούν σημαντικά τις επόμενες δεκαετίες, με το εισόδημα, τη γεωγραφία, την κλιματική αλλαγή, τη χρήση γης, το εμπόριο και την κατανάλωση ενέργειας να διαμορφώνουν ένα εξαιρετικά διαφορετικό τοπίο από περιοχή σε περιοχή.

Το πιο εντυπωσιακό εύρημα αφορά την τροφή.

Σε ορισμένες περιοχές του κόσμου, το 2050 οι άνθρωποι με τα χαμηλότερα εισοδήματα μπορεί να χρειάζεται να διαθέτουν περίπου το 50% του εισοδήματός τους για τρόφιμα, ενώ οι πλουσιότεροι κάτοικοι των ίδιων περιοχών ενδέχεται να δαπανούν μόλις περίπου 5%.

«Για πολλά από αυτά τα αποτελέσματα, οι ομάδες χαμηλότερου εισοδήματος αντιμετωπίζουν πολύ μεγαλύτερη πιθανή ανασφάλεια», αναφέρει στον ιστότοπο του ΜΙΤ η Jennifer Morris, Κύρια ερευνήτρια στο MIT Center for Sustainability Science and Strategy και στο MIT Energy Initiative, και μία από τις συγγραφείς της νέας μελέτης.

Η διαφορά δεν είναι απλώς ένας στατιστικός δείκτης.

Όταν ένα νοικοκυριό αναγκάζεται να διαθέσει το μισό εισόδημά του για τρόφιμα, απομένουν ελάχιστοι πόροι για στέγαση, υγεία, εκπαίδευση, μετακινήσεις και τις υπόλοιπες βασικές ανάγκες.

«Οτιδήποτε καταλαμβάνει το μισό εισόδημά σου μπορεί δυνητικά να αποσταθεροποιήσει ολόκληρη τη ζωή σου, επειδή αφήνει τόσο λίγους πόρους για τις άλλες κρίσιμες ανάγκες και βασικές απαιτήσεις της καθημερινότητας», σημειώνει η Morris.

Τι δείχνει η μελέτη

Η μελέτη, που δημοσιεύεται στο περιοδικό Earth’s Future επιχειρεί να δει πέρα από τους παγκόσμιους μέσους όρους. Αντί να αναζητήσει ένα και μοναδικό πιθανό μέλλον, εξετάζει ένα μεγάλο εύρος πιθανών εξελίξεων και εστιάζει στο πώς αυτές μπορεί να επηρεάσουν διαφορετικές εισοδηματικές ομάδες σε διαφορετικές περιοχές του πλανήτη.

Για να το κάνουν αυτό, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν το Global Change Analysis Model (GCAM), έκδοση 7.1, ένα μοντέλο που αναπαριστά τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ ενέργειας, οικονομίας, νερού, γης και κλίματος.

Το μοντέλο χωρίζει τον πλανήτη σε 32 περιοχές, 235 λεκάνες απορροής και 384 περιοχές χρήσης γης, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη παράγοντες όπως οι εκτιμώμενες τιμές των εμπορευμάτων με την πάροδο του χρόνου.

Συνολικά, οι ερευνητές εξέτασαν 12 βασικές μεταβλητές που συνδέονται με την ασφάλεια των πόρων. Σε αυτές περιλαμβάνονται η πληθυσμιακή εξέλιξη, το ΑΕΠ, η κατανομή του εισοδήματος, η ένταση άνθρακα, η χρήση γης, το αγροτικό εμπόριο, διαφορετικά σενάρια ενεργειακής κατανάλωσης και διαφορετικές προβλέψεις για τη χρήση νερού.

Συνδυάζοντας αυτές τις μεταβλητές, έτρεξαν το μοντέλο σε 3.735 διαφορετικά σενάρια για να χαρτογραφήσουν το εύρος των πιθανών αποτελεσμάτων έως το 2050.

«Η μελέτη αυτή δείχνει ότι δεν υπάρχει ένας μοναδικός παράγοντας που οδηγεί στη μελλοντική ανασφάλεια σε τρόφιμα, ενέργεια και νερό», λέει ο Gi Joo Kim, ερευνητής στο Tulane University και συν-συγγραφέας της μελέτης.

«Το εισόδημα είναι σημαντικό, αλλά οι περιφερειακές συνθήκες, η χρήση γης, τα ενεργειακά συστήματα, η διαθεσιμότητα νερού και η καταναλωτική συμπεριφορά διαμορφώνουν όλα μαζί τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι».

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, καθώς, όπως επισημαίνει ο Kim, δεν αρκεί να εξετάζουν έναν παγκόσμιο δείκτη ή ακόμη και έναν περιφερειακό μέσο όρο. Πρέπει να εντοπίζουν τους συγκεκριμένους συνδυασμούς παραγόντων που δημιουργούν ευαλωτότητα σε κάθε περιοχή.

Πού εντοπίζονται οι διαφορές

Τα αποτελέσματα δείχνουν σημαντικές γεωγραφικές διαφορές.

Η επισιτιστική ασφάλεια ενδέχεται να αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση σε τμήματα της υποσαχάριας Αφρικής, ενώ η ενεργειακή ασφάλεια μπορεί να πιέσει περισσότερο τους κατοίκους χαμηλού εισοδήματος σε περιοχές της Ασίας, της Ανατολικής Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής.

Ακόμη πιο σημαντικό, όμως, είναι αυτό που συμβαίνει μέσα στις ίδιες τις περιοχές.

Στη νότια Αφρική, για παράδειγμα, το μοντέλο εκτιμά ότι το φτωχότερο 10% του πληθυσμού ως προς το εισόδημα μπορεί το 2050 να δαπανά το 49,6% του εισοδήματός του για τρόφιμα. Για το πλουσιότερο 10%, το αντίστοιχο ποσοστό υπολογίζεται μόλις στο 5,5%.

Στη Δυτική Αφρική, το προβλεπόμενο βάρος των τροφίμων για το φτωχότερο 10% φτάνει το 48,4%, ενώ στην Ανατολική Αφρική το 42,5%.

Οι αριθμοί αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν συγκριθούν με το 2015. Στη Δυτική Αφρική, η χαμηλότερη εισοδηματική ομάδα δαπανούσε τότε κατά μέσο όρο περίπου 25% του εισοδήματός της για τρόφιμα. Για το 2050, τα διαφορετικά σενάρια της μελέτης δίνουν ένα εξαιρετικά ευρύ εύρος, από περίπου 20% έως 75%.

Στη νότια Αφρική, το αντίστοιχο ποσοστό το 2015 ήταν περίπου 20%, ενώ για το 2050 οι προβολές κυμαίνονται από 25% έως 65%. Η μεγάλη απόσταση μεταξύ των σεναρίων δεν αποτελεί αντίφαση· αντικατοπτρίζει ακριβώς την αβεβαιότητα γύρω από το πώς θα εξελιχθούν η οικονομία, το κλίμα, η γεωργική παραγωγή, το εμπόριο, η χρήση γης και η κατανάλωση.

Η ίδια εισοδηματική ανισότητα εμφανίζεται και στην ενέργεια. Σε τμήματα της Μέσης Ανατολής, για παράδειγμα, το ενεργειακό κόστος για τα νοικοκυριά το 2050 εκτιμάται στο 1,7% του εισοδήματος για την υψηλότερη εισοδηματική κατηγορία, αλλά στο 18,9% για τη χαμηλότερη.

Στην Ανατολική Ευρώπη, το ενεργειακό βάρος μπορεί να φτάσει το 11,3% του εισοδήματος για τα χαμηλότερα εισοδήματα, ενώ για τα υψηλότερα παραμένει κάτω από 5%.

Αυτό είναι και ένα από τα βασικά επιχειρήματα της μελέτης: οι μέσοι όροι μπορούν να κρύψουν την πραγματική έκταση του προβλήματος.

«Οι περιφερειακοί μέσοι όροι μπορούν να κάνουν τους μελλοντικούς κινδύνους για την ασφάλεια των πόρων να φαίνονται πιο διαχειρίσιμοι από ό,τι είναι στην πραγματικότητα», λέει ο Kim.

«Αυτό σημαίνει ότι οι αναλύσεις που σταματούν στον μέσο όρο μπορεί να μην εντοπίζουν ακριβώς τους πληθυσμούς που είναι περισσότερο ευάλωτοι στις μελλοντικές αλλαγές».

Καλύπτοντας κενά στα μοντέλα

Η ανάγκη για τέτοιου είδους ανάλυση προέκυψε από ένα κενό στην υπάρχουσα έρευνα. Πολλά μοντέλα που εξετάζουν το μακροπρόθεσμο μέλλον χρησιμοποιούν τα λεγόμενα «shared socioeconomic pathways» – μια περιορισμένη σειρά σεναρίων που περιγράφουν ευρύτερες αφηγήσεις για το πώς μπορεί να εξελιχθεί ο κόσμος. Αυτές οι προσεγγίσεις είναι χρήσιμες, αλλά δεν δείχνουν πάντα τι συμβαίνει σε συγκεκριμένες εισοδηματικές ομάδες μέσα σε συγκεκριμένες περιοχές.

Πριν από δύο χρόνια, η ίδια ερευνητική ομάδα είχε δημοσιεύσει μελέτη που ζητούσε περισσότερη ανάλυση σεναρίων με κοινωνικοοικονομική εξειδίκευση και μεγαλύτερη έμφαση στην ανθρώπινη ευημερία. Η νέα έρευνα αποτελεί, ουσιαστικά, προσπάθεια να μετατραπεί αυτή η ιδέα σε ένα λειτουργικό πλαίσιο μοντελοποίησης.

«Για αυτόν τον τύπο μελέτης, όπου επικεντρωνόμαστε στα αποτελέσματα για την ανθρώπινη ευημερία, το εισοδηματικό σκέλος είναι πραγματικά σημαντικό», λέει η Morris.

Οι ερευνητές, ωστόσο, δεν υποστηρίζουν ότι τα μοντέλα τους προβλέπουν με ακρίβεια το μέλλον. Η παγκόσμια οικονομία, το κλίμα και τα συστήματα παραγωγής και κατανάλωσης είναι εξαιρετικά σύνθετα και οποιαδήποτε προβολή μέχρι το 2050 περιλαμβάνει σημαντική αβεβαιότητα.

Ο στόχος τους είναι διαφορετικός: να δείξουν ποιες συνθήκες μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικά επίπεδα ασφάλειας ή ανασφάλειας και να αποκαλύψουν πού μπορεί να βρίσκονται οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι.

«Η μέθοδός μας σχεδιάστηκε για να αναδείξει τις συνθήκες που παράγουν διαφορετικά αποτελέσματα ως προς την ασφάλεια των πόρων, και όχι για να προβλέψει ένα πιο πιθανό μέλλον», εξηγεί ο Kim.

Για τη Morris, αυτό ακριβώς είναι που κάνει την προσέγγιση χρήσιμη.

«Τουλάχιστον, αναδεικνύει περιοχές ανησυχίας και δείχνει ότι αυτές διαφέρουν σε διαφορετικά σημεία του κόσμου», σημειώνει.

Η χαρτογράφηση αυτών των κινδύνων μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για πιο στοχευμένες μελέτες σε συγκεκριμένες περιοχές και προβλήματα.

Η αξία της μελέτης, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στους αριθμούς του 2050, αλλά και στο γεγονός ότι δείχνει πώς η ίδια παγκόσμια αλλαγή μπορεί να μεταφράζεται πολύ διαφορετικά για διαφορετικούς ανθρώπους.

Η κλιματική αλλαγή, η ενεργειακή μετάβαση, η αγροτική παραγωγή ή οι αλλαγές στο εμπόριο δεν θα έχουν απαραίτητα το ίδιο κόστος για όλους.

Η μελλοντική ασφάλεια σε τρόφιμα, νερό και ενέργεια δεν θα κριθεί μόνο από το αν υπάρχουν αρκετοί πόροι σε παγκόσμιο επίπεδο. Θα κριθεί και από το ποιος μπορεί να τους αποκτήσει, σε ποια τιμή και σε ποια περιοχή του πλανήτη.

#ΠΡΟΣΒΑΣΗ #ΤΡΟΦΗ #ΑΝΙΣΟΤΗΤΕΣ #ΜΕΛΕΤΗ

Μετάβαση στην Πηγή

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΩΡΑ