
Συνεχίζεται η επιχείρηση στα δύσβατα σημεία του βουνού. Μεγάλη η επιβάρυνση για το δασικό οικοσύστημα, ενώ ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι εκτάσεις με ρόμπολα.
Μετά από 21 ημέρες συνεχούς μάχης με τις φλόγες, η πυρκαγιά στην Τραπεζίτσα της Κόνιτσας τέθηκε υπό έλεγχο, αφήνοντας πίσω της σημαντικές επιπτώσεις στο δασικό οικοσύστημα της περιοχής.
Η φωτιά εκδηλώθηκε στις 31 Αυγούστου, έπειτα από πτώση κεραυνού, σε ιδιαίτερα δύσβατο ορεινό σημείο. Οι συνθήκες του ανάγλυφου δυσχέραναν σημαντικά την πρόσβαση των επίγειων δυνάμεων, με αποτέλεσμα η επιχείρηση κατάσβεσης να διαρκέσει για περισσότερες από τρεις εβδομάδες.
Σύμφωνα με την πρώτη αποτίμηση που πραγματοποίησαν επιστήμονες του WWF Ελλάς και του Μεσογειακού Ινστιτούτου για τη Φύση και τον Άνθρωπο (MedINA), σε συνδυασμό με δορυφορικά δεδομένα, η πυρκαγιά επηρέασε συνολικά περίπου 10.000 στρέμματα δασικής έκτασης.
Παραμένουν ενεργές εστίες σε δύσβατα σημεία
Παρότι το κύριο μέτωπο έχει πλέον τεθεί υπό έλεγχο, η επιχείρηση στην Τραπεζίτσα δεν έχει ολοκληρωθεί. Στην περιοχή εξακολουθούν να υπάρχουν εστίες σε δύσκολα προσβάσιμα σημεία, με μεγάλους κορμούς και ρίζες να συνεχίζουν να καίγονται στο εσωτερικό τους.
Για την αντιμετώπιση των σημείων αυτών επιχειρούν δυνάμεις της Ειδικής Μονάδας Δασικών Επιχειρήσεων, ενώ στην περιοχή βρίσκεται και ελικόπτερο, προκειμένου οι δασοκομάντος να μεταφέρονται στα σημεία όπου απαιτείται επέμβαση.
Η ιδιαιτερότητα της πυρκαγιάς έγκειται και στο γεγονός ότι σε αρκετά σημεία η καύση μπορεί να συνεχίζεται στο εσωτερικό των κορμών και στο υπέδαφος, χωρίς να δημιουργεί απαραίτητα ορατό μέτωπο.
Τι δείχνει η πρώτη αποτίμηση για τις ζημιές
Η εικόνα που προκύπτει από την αυτοψία των επιστημόνων δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη την έκταση των 10.000 στρεμμάτων.
Στο μεγαλύτερο μέρος της περιοχής, η φωτιά κινήθηκε κυρίως επιφανειακά, καίγοντας ξερά φύλλα, μικρή βλάστηση και νεκρή οργανική ύλη στο έδαφος. Αντίθετα, σε περίπου 1.000 στρέμματα η πυρκαγιά έφτασε στις κόμες των δέντρων, προκαλώντας σημαντικότερες επιπτώσεις στη βλάστηση.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η εξέλιξη του δάσους μετά τη φωτιά θα πρέπει να παρακολουθείται συστηματικά, καθώς η δυνατότητα φυσικής αναγέννησης διαφοροποιείται ανάλογα με την ένταση της καύσης και το είδος της βλάστησης.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτούν οι περιοχές με ώριμο δάσος ρόμπολου, κυρίως στην κορυφογραμμή, όπου η φωτιά ήταν μεγαλύτερης έντασης και οι συνέπειες για τη φυσική αναγέννηση εκτιμάται ότι είναι σοβαρότερες.


