
Ένας μύκητας που μπορεί να προκαλέσει σοβαρές και δύσκολα αντιμετωπίσιμες λοιμώξεις του δέρματος εξαπλώνεται σε ολοένα και περισσότερες χώρες, σύμφωνα με νέα διεθνή μελέτη.
Πρόκειται για τον Trichophyton indotineae, έναν μύκητα που προκαλεί δερματοφυτίαση, τη γνωστή «ringworm» και έχει προκαλέσει ανησυχία στην επιστημονική κοινότητα λόγω της αυξημένης αντοχής του σε κοινά αντιμυκητιασικά φάρμακα.
Ερευνητές από την Ευρώπη ανέλυσαν δεδομένα εργαστηρίων από δεκάδες χώρες και διαπίστωσαν ότι οι ταυτοποιήσεις του T. indotineae αυξήθηκαν σημαντικά από το 2022 έως το 2025. Η σχετική μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Emerging Infectious Diseases.
«Τα αποτελέσματά μας αποκαλύπτουν σημαντική παγκόσμια αύξηση στην απομόνωση του T. indotineae», σημειώνουν οι ερευνητές.
Παρά την ονομασία «ringworm», η συγκεκριμένη λοίμωξη δεν προκαλείται από σκουλήκι. Πρόκειται για μυκητιασική λοίμωξη του δέρματος, η οποία συχνά προκαλεί χαρακτηριστικό κυκλικό εξάνθημα.
Η δερματοφυτίαση μπορεί να εμφανιστεί σε διάφορα σημεία του σώματος. Όταν προσβάλλει τη βουβωνική περιοχή είναι γνωστή ως «jock itch», ενώ η λοίμωξη στα πόδια αποτελεί το γνωστό «πόδι του αθλητή».
Η μετάδοση μπορεί να γίνει μέσω άμεσης επαφής με μολυσμένο δέρμα, αλλά και μέσω μολυσμένων επιφανειών ή αντικειμένων, όπως υγρά δάπεδα σε ντους, πετσέτες και άλλα κοινόχρηστα είδη.
Περίπου 40 διαφορετικά είδη μυκήτων μπορούν να προκαλέσουν δερματοφυτίαση. Ο T. indotineae, όμως, έχει ξεχωρίσει τα τελευταία χρόνια επειδή μπορεί να προκαλέσει πιο σοβαρές λοιμώξεις και παρουσιάζει αντοχή σε ορισμένες από τις συνηθισμένες θεραπείες.
Τριπλασιάστηκαν οι εργαστηριακές ταυτοποιήσεις
Για να εξετάσουν την παγκόσμια εξάπλωση του μύκητα, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν δεδομένα από το Mass Spectrometry Identification (MSI) Network, ένα διεθνές δίκτυο που βοηθά τα εργαστήρια να αναγνωρίζουν μύκητες.
Η βάση δεδομένων του δικτύου περιλαμβάνει αναφορές από περισσότερους από 500 χρήστες σε 54 χώρες. Οι ερευνητές εξέτασαν δείγματα που είχαν ελεγχθεί μεταξύ 2022 και 2025.
Κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, ο T. indotineae εντοπίστηκε σε 29 χώρες, μεταξύ των οποίων και οι ΗΠΑ. Το μεγαλύτερο ποσοστό των αναφορών προήλθε από ευρωπαϊκές χώρες.
Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη ήταν η αύξηση των ταυτοποιήσεων, καθώς ο αριθμός τους τριπλασιάστηκε μεταξύ 2022 και 2025. Παράλληλα, το ποσοστό των δειγμάτων T. indotineae μεταξύ των μυκήτων του γένους Trichophyton αυξήθηκε από 1,2% το 2022 σε 3,6% το 2025.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ωστόσο, ότι τα συγκεκριμένα δεδομένα δεν μπορούν να δείξουν πόσοι άνθρωποι παγκοσμίως έχουν μολυνθεί από τον συγκεκριμένο μύκητα.
Ο λόγος είναι ότι η μελέτη βασίζεται στα εργαστήρια που συμμετέχουν στο MSI Network. Σε αρκετές περιοχές του κόσμου, όπως η Αφρική, ο εξοπλισμός που απαιτείται για τη συγκεκριμένη μέθοδο δεν είναι ευρέως διαθέσιμος. Παράλληλα, υπάρχουν σχετικά λίγοι συμμετέχοντες από περιοχές της Νοτιοανατολικής Ασίας όπου ο μύκητας έχει ήδη καταγραφεί.
Επομένως, η πραγματική έκταση της εξάπλωσης παραμένει άγνωστη.
Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι ο T. indotineae έχει πλέον εμφανιστεί σε σημαντικό αριθμό χωρών και ότι η παρουσία του καταγράφεται όλο και συχνότερα.
Οι επιστήμονες ζητούν καλύτερη επιτήρηση
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η συγκεκριμένη βάση δεδομένων μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο για την παρακολούθηση νέων και αναδυόμενων μυκητιασικών παθογόνων.
Μέσω της ίδιας διαδικασίας, εργαστήρια έχουν ήδη επιβεβαιώσει την εμφάνιση του T. indotineae σε νέες χώρες, μεταξύ των οποίων η Ουγγαρία και η Βραζιλία.
Οι επιστήμονες καλούν τα μικροβιολογικά εργαστήρια να αξιοποιούν σύγχρονες μεθόδους ταυτοποίησης των δερματόφυτων, τόσο για τη σωστή αντιμετώπιση μεμονωμένων περιστατικών όσο και για τη δημόσια υγεία.
Παράλληλα, ζητούν από τις υγειονομικές αρχές να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη διεθνή παρουσία του μύκητα, καθώς η αντοχή του σε θεραπείες δημιουργεί επιπλέον προκλήσεις για τους γιατρούς.
Ωστόσο, ο T. indotineae δεν αποτελεί το μοναδικό αναδυόμενο πρόβλημα που σχετίζεται με τη δερματοφυτίαση.
Οι επιστήμονες παρακολουθούν επίσης έναν διαφορετικό αλλά συγγενικό μύκητα, ο οποίος μεταδίδεται κυρίως μέσω σεξουαλικής επαφής και μπορεί να προκαλέσει επώδυνες λοιμώξεις.
Αξίζει να σημειωθεί ότι και ο T. indotineae μπορεί να μεταδοθεί μέσω σεξουαλικής επαφής, γεγονός που προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα στην προσπάθεια των ειδικών να κατανοήσουν και να περιορίσουν την εξάπλωσή του.
Η αυξανόμενη καταγραφή του σε διαφορετικές περιοχές του κόσμου δείχνει, σύμφωνα με τους ερευνητές, την ανάγκη για καλύτερη εργαστηριακή επιτήρηση και έγκαιρη αναγνώριση των περιστατικών.


