
«Λυπάμαι που νιώθεις έτσι»: Όλοι μας έχουμε ακούσει αυτή τη πρόταση κάποια στιγμή και έχουμε αισθανθεί το «τσίμπημα» της απόρριψης που κρύβει.
Διαθέτουμε πλέον όλοι αρκετή ψυχολογική ωριμότητα για να γνωρίζουμε ότι τα συναισθήματα δεν αντικατοπτρίζουν πάντα την πραγματικότητα. Τα συναισθήματά μας είναι δικά μας και μπορούμε να τα βιώνουμε ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει γύρω μας.
Το γεγονός, ας πούμε, ότι κάποιος νιώθει θυμωμένος δεν σημαίνει απαραίτητα ότι εσύ έκανες κάτι λάθος· τα συναισθήματα δεν αποτελούν αντικειμενικές αποδείξεις.
Όταν ένας επαγγελματίας πυγμάχος βαρέων βαρών, ύψους 1,95 μ. και 110 κιλών, υποφέρει από αραχνοφοβία σε μια χώρα χωρίς δηλητηριώδεις αράχνες, ο φόβος του δεν καθιστά τις αράχνες επικίνδυνες.
Η φράση «Λυπάμαι που νιώθεις έτσι» βασίζεται στο ίδιο ψυχολογικό μοτίβο: Δικό σου πρόβλημα που νιώθεις έτσι όπως νιώθεις. Κι όμως, η δήλωση αυτή μεταμφιέζεται σε συγγνώμη.
Αν αναλύσουμε τη γραμματική της πρότασης, θα δούμε το εξής: Σε μια πραγματική συγγνώμη, το υποκείμενο είναι ο ομιλών και το αντικείμενο είναι η πράξη («Εγώ έκανα αυτό»). Στη φράση «Λυπάμαι που νιώθεις έτσι», η πράξη του ομιλούντος εξαφανίζεται. Αυτό που απομένει είναι το συναισθήμα του ακροατή, το οποίο τώρα παίρνει τη θέση του σφάλματος.
Η ευθύνη έχει μετατοπιστεί: Δεν αφορά πλέον αυτό που ειπώθηκε ή έγινε, αλλά εμάς, την αντίδρασή σας και τον τρόπο που εμείς το εκλάβαμε. Ο ομιλών εκφράζει τη λύπη του, διατηρώντας όμως την αρχική του θέση κλειδωμένη.
Η πρόταση αυτή εισπράττεται περισσότερο εντέλει ως προσβολή, καθώς δανείζεται το λεξιλόγιο της συγγνώμης, αφαιρώντας όμως το στοιχείο που ο πληγωμένος περιμένει και εκτιμά περισσότερο: την αναγνώριση. Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο τίμημα: Όταν η συναισθηματική αντίδραση ενός ατόμου αντιμετωπίζεται ως το πραγματικό πρόβλημα, το υποβόσκον μήνυμα είναι ότι η αντίδρασή του είναι παράλογη.
Γιατί χρησιμοποιείται τόσο συχνά;
Αν η φράση αυτή προκαλεί τόσο μεγάλη ζημιά, γιατί είναι τόσο διαδεδομένη; Οι ειδικοί εξηγούν πως συχνά αποτελεί έναν συμβιβασμό. Μια πλήρης συγγνώμη έχει κόστος· απαιτεί την παραδοχή μιας πράξης, και η παραδοχή μιας πράξης μπορεί να βιωθεί ως παραδοχή ελαττώματος. Η φράση «Λυπάμαι που νιώθεις έτσι» βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα σε αυτές τις δύο πόρτες: επιτρέπει στον ομιλούντα να νιώθει ευγενικός χωρίς να αισθάνεται ένοχος.
Πολλοί άνθρωποι έμαθαν αυτή τη φράση νωρίς στη ζωή τους, σε οικογένειες όπου η παραδοχή του λάθους συνεπαγόταν τιμωρία ή ταπείνωση, και όπου η ασφαλέστερη κίνηση ήταν να κατευνάσεις τους γονείς χωρίς να παραδεχτείς τίποτα. Αυτή η στρατηγική μπορεί κάποτε να λειτούργησε, αλλά δεν «αντέχει» στις ενήλικες σχέσεις που απαιτούν αναληψη ευθύνης.
Πώς να την διαχειριστείτε
Αν είστε ο αποδέκτης της επίμαχης φράσης, η επαναπλασιωση έχει ως εξής: το κενό που αισθάνεστε δεν οφείλεται σε υπερευαισθησία, αλλά σε ορθή αντίληψη. Καταλάβατε ότι κάτι έλειπε, επειδή πράγματι έλειπε. Αυτό σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να μπειτε στη διαδικασία να υπερασπιστείτε τη νομιμότητα των συναισθημάτων σας – μια αντιπαράθεση στην οποία σας προσκαλεί σιωπηρά η ψεύτικη συγγνώμη που ακούτε.
Μπορείτε απλώς να προσπεράσετε την παγίδα λέγοντας:
«Δεν σου ζητώ να στεναχωρηθείς για το πώς νιώθω. Σε ρωτώ αν αντιλαμβάνεσαι τι συνέβη».
Τι να κάνετε αν τη χρησιμοποιείτε εσείς
Αν είστε εσείς εκείνος που χρησιμοποιεί τη φράση, μην ξεχνάτε πως έχετε κάθε δικαίωμα να μην ζητήσετε συγγνώμη. Αν πιστεύετε ειλικρινά ότι δεν κάνατε κάτι λάθος, πείτε το ξεκάθαρα και ευγενικά:
«Βλέπω ότι αυτό σε πλήγωσε, αλλά εγώ το βλέπω διαφορετικά».
Η ειλικρινής διαφωνία δείχνει μεγαλύτερο σεβασμό στον άλλον από μια ψεύτικη συγγνώμη. Αυτό που διαβρώνει την εμπιστοσύνη είναι η προσποιητή μεταμέλεια, από την οποία έχει αφαιρεθεί η ευθύνη.
Και αν παρατηρήσετε ότι καταφεύγετε συχνά σε αυτή τη φράση, αξίζει να αναρωτηθείτε το «γιατί» με περιέργεια και όχι με ντροπή. Κάποτε, πιθανότατα, αυτή η τακτική σας κρατούσε ασφαλείς. Όταν όμως η υποτίμηση των συναισθημάτων του άλλου γίνεται μοτίβο στις κοντινές σχέσεις, μπορεί να βοηθήσει η συζήτηση με έναν θεραπευτή ή ένα πρόσωπο εμπιστοσύνης.
Πηγή: Psychology Today
{ηγή


