
Με φόντο τις εικόνες βίας από τη Γαλλία, η κινδυνολογία ενόψει του σημερινού συλλαλητηρίου έχει χτυπήσει «κόκκινο».
Η προσπάθεια να παρουσιαστούν οι μαζικές κινητοποιήσεις και τα συλλαλητήρια, όπως το σημερινό, ως προάγγελοι επεισοδίων και κάθε κάλεσμα για διαμαρτυρία ως υποκίνηση βίας δεν είναι κάτι καινούργιο. Είναι μια γνώριμη τακτική απαξίωσης των κοινωνικών αγώνων, που επιχειρεί να μετατοπίσει τη δημόσια συζήτηση από τα αιτήματα στον φόβο για όσα υποτίθεται ότι μπορεί να συμβούν στους δρόμους.
Ανεξαρτήτως με όσα θα ακολουθήσουν την κινητοποίηση, την ευθύνη για να διαδηλώσουν ελεύθερα και ειρηνικά οι μαθητές την έχουν η κυβέρνηση και η αστυνομία. Ωστόσο από χθες καλλιεργείται κλίμα φόβου.
Με φόντο τα όσα συμβαίνουν τα τελευταία 24ωρα στη Γαλλία, αλλά και σε άλλες χώρες, αυτή τη φορά ορισμένοι τηλεοπτικοί σταθμοί και ενημερωτικές ιστοσελίδες βρήκαν πρόσφορο έδαφος για να καλλιεργήσουν κλίμα πανικού.
Το αποτέλεσμα ήταν εμφανές σε όσους κινήθηκαν σήμερα στο Κέντρο της Αθήνας. Οι δρόμοι σχεδόν άδειοι, η κίνηση αντίστοιχη ημερών του καλοκαιριού και οι καταστηματάρχες να συζητούν μεταξύ τους για το αν θα κατεβάσουν ρολά ή όχι, φοβούμενοι την καταστροφή των περιουσιών τους.
Η φράση «άντε και στα δικά μας», με την οποία ο Πάνος Λαμπρινίδης – Στάχτος εξέφρασε την επιθυμία να υπάρξουν αντίστοιχες κοινωνικές αντιδράσεις και στην Ελλάδα, παρουσιάστηκε από αρκετά ΜΜΕ περίπου ως ευχή για γενικευμένα επεισόδια. Στην ίδια λογική αντιμετωπίστηκε και η αφίσα της Νέας Αριστεράς με το σύνθημα «Κάν’ το όπως το Παρίσι», με μία σειρά από κυβερνητικά στελέχη να συμβάλλουν στην πολιτική εργαλειοποίηση των δύο περιπτώσεων.
Και όλα αυτά παρά το γεγονός ότι το στέλεχος της ΕΛΑΣ διευκρίνισε χθες, μιλώντας στον ΑΝΤ1, ότι αναφερόταν αποκλειστικά στις μαθητικές – φοιτητικές κινητοποιήσεις, καταδικάζοντας κάθε μορφή βίας. Η απάντησή του πέρασε στα ψιλά ή ακόμα χειρότερα μεταδόθηκε ως «τώρα τα γυρνάει».
Αντίστοιχες διευκρινίσεις έδωσε σήμερα και ο γραμματέας της Νέας Αριστεράς, Γαβριήλ Σακελλαρίδης, ο οποίος ξεκαθάρισε ότι το κάλεσμα του κόμματός του αφορά στη μαζική, οργανωμένη συλλογική δράση και όχι τα επεισόδια.
Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης υπογράμμισε ότι η νεολαία πρέπει να βγει στους δρόμους, να απαιτήσει και να διεκδικήσει, απορρίπτοντας την προσπάθεια να ταυτιστούν οι κοινωνικές κινητοποιήσεις με τη βία. Άλλωστε, το δικαίωμα στη διαδήλωση δεν μπορεί να τίθεται υπό αμφισβήτηση κάθε φορά που κάποιοι επιλέγουν να εστιάσουν σε εικόνες επεισοδίων, αντί στα αιτήματα των διαδηλωτών.
Γιατί ένα μέρος του μιντιακού συστήματος επιμένει να αναζητά πίσω από κάθε κάλεσμα για διαμαρτυρία ένα σχέδιο πρόκλησης επεισοδίων; Γιατί προβάλλει με τέτοια ευκολία το ενδεχόμενο της βίας, αλλά δυσκολεύεται να σταθεί με την ίδια ένταση στις αιτίες που οδηγούν χιλιάδες ανθρώπους στους δρόμους, διεκδικώντας κάτι;
Διότι, όταν οι διαδηλώσεις παρουσιάζονται εκ των προτέρων ως «μπάχαλα», το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς η διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Είναι η καλλιέργεια φόβου και η δημιουργία ενός κλίματος μέσα στο οποίο η ίδια η κοινωνική διαμαρτυρία αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως κάτι ύποπτο, επικίνδυνο και ενδεχομένως καταδικαστέο. Και αυτό ακριβώς είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο της συγκεκριμένης επικοινωνιακής τακτικής: η απόπειρα να «ποινικοποιηθεί» στη συνείδηση της κοινής γνώμης όχι η βία, που ούτως ή άλλως είναι καταδικαστέα, αλλά η ίδια η συμμετοχή στις κινητοποιήσεις.
Έτσι, αντί να συζητάμε για την ακρίβεια, τους μισθούς, τα εργασιακά δικαιώματα ή την Παιδεία και το μέλλον της νέας γενιάς, στην προκειμένη περίπτωση, καταλήγουμε να συζητάμε για σπασμένες βιτρίνες καταστημάτων, πριν καν αυτό συμβεί. Αν συμβεί.
Από την ενημέρωση στην κινδυνολογία και από την κινδυνολογία στην απόπειρα ποινικοποίησης της διαμαρτυρίας, η απόσταση αποδεικνύεται πολύ μικρή τα τελευταία επτάμισι χρόνια.


