
Ο Νετανιάχου δεν νίκησε. Αλλά ούτε και έχασε – τουλάχιστον όχι ακόμα. Η ανάλυση του CNN για την επόμενη μέρα.
Στην πολιτική του καριέρα που διαρκεί περισσότερες από τρεις δεκαετίες, έχουν ξεγράψει πολλές φορές τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, μόνο και μόνο για να αποδείξει ότι οι επικήδειοι γράφτηκαν πρόωρα.
Τα αποτελέσματα των εκλογών στο Ισραήλ φαίνεται να δίνουν στους αντιπάλους του μια ευκαιρία να βάλουν τέλος στη θητεία του, αλλά στο αδίστακτο πολιτικό σύστημα της χώρας, αυτό δεν είναι σε καμία περίπτωση εγγυημένο.
Μέχρι το βράδυ της Τετάρτης, η πλειονότητα των ψήφων είχε καταμετρηθεί. Ωστόσο, δεν υπάρχει σαφής νικητής για το ύπατο αξίωμα του Ισραήλ, γεγονός που προαναγγέλλει εβδομάδες – ίσως και μήνες – κατά τις οποίες η πολιτική επιβίωση του Νετανιάχου θα βρίσκεται στο κενό.
Καθώς η καταμέτρηση των ψήφων πλησιάζει στο τέλος της, το κόμμα Λικούντ του Νετανιάχου παραμένει το πρώτο κόμμα στο κοινοβούλιο των 120 εδρών (Κνεσέτ) με 26 έδρες. Ωστόσο, το δεξιό του μπλοκ έχασε την πλειοψηφία του, συγκεντρώνοντας μόλις 53 έδρες – μακριά από την πλειοψηφία των 61 εδρών που απαιτείται για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Ο Νετανιάχου δεν νίκησε. Αλλά ούτε και έχασε – τουλάχιστον όχι ακόμα. Τώρα, πρέπει να εμποδίσει τους αντιπάλους του από το να σχηματίσουν τη δική τους κυβέρνηση, και ενδέχεται να επιβιώσει για άλλη μια φορά.

Τα αραβικά κόμματα
Στα χαρτιά, η αντιπολίτευση κατέχει περίπου 67 έδρες, αλλά αυτή η αριθμητική διασπάται από ιδεολογικές, εθνικές και προσωπικές διαμάχες. Ο κύριος αντίπαλος του Νετανιάχου, Γκάντι Άιζενκοτ, κέρδισε 21 έδρες, αλλά τα εβραϊκά κόμματα της αντιπολίτευσης συγκεντρώνουν συνολικά μόλις 48 έδρες, απέχοντας πολύ από τη νίκη. Για να φτάσουν τις 61, θα χρειάζονταν την υποστήριξη δύο αραβικών κομμάτων, του Ra’am και της Κοινής Λίστας, τα οποία προβλέπεται να κερδίσουν αριθμό-ρεκόρ 19 εδρών συνολικά. Αναλυτές αναφέρουν ότι η συμμετοχή-ρεκόρ των Αράβων ή Παλαιστινίων του Ισραήλ ήταν εν μέρει μια αντίδραση στα τέσσερα χρόνια θητείας ενός ακροδεξιού υπουργού Εθνικής Ασφάλειας, επί των ημερών του οποίου η εγκληματικότητα στην αραβική κοινότητα εκτοξεύθηκε.
Εδώ είναι που τα μαθηματικά περίπλεκονται: Το Ra’am είναι ένα ισλαμιστικό κόμμα που αντλεί μεγάλη δύναμη από τη κοινότητα των Βεδουίνων του Ισραήλ. Ο ηγέτης του, Μανσούρ Αμπάς, έγινε ο πρώτος Άραβας που συμμετείχε σε ισραηλινή κυβέρνηση μετά τις εκλογές του 2021. Η Κοινή Λίστα, που προβλέπεται να είναι το μεγαλύτερο αραβικό κόμμα, συνδυάζει αρκετές μικρότερες φράξιες: το κομμουνιστικό Hadash, το κοσμικό Taal και το εθνικιστικό Balad.

Την Τετάρτη, ο Γιαΐρ Γκολάν, ηγέτης του αριστερού κόμματος «Δημοκρατικοί», κάλεσε τους εταίρους του να υπολογίσουν τα αραβικά κόμματα ως μέρος του μπλοκ, απορρίπτοντας αυτό που αποκάλεσε «ρατσιστικό διαχωρισμό μεταξύ εβραϊκών και αραβικών ψήφων» από τον Νετανιάχου. Ωστόσο, δύο από τους δεξιούς συμμάχους του Άιζενκοτ, ο Ναφτάλι Μπένετ και ο Αβίγκντορ Λίμπερμαν, έχουν αντιταχθεί σε οποιαδήποτε κυβέρνηση που εξαρτάται από τα αραβικά κόμματα (αν και δεν έχουν προβεί σε δηλώσεις για το θέμα μετά το κλείσιμο των καλπών).
Η Κοινή Λίστα δήλωσε την Τετάρτη ότι είναι έτοιμη για πολιτική συνεργασία και διατεθειμένη να κάνει «ό,τι περνάει από το χέρι της για να δώσει τέλος διακυβέρνηση του Νετανιάχου».
Τι θα κάνει ο Νετανιάχου;
Πηγή προσκείμενη στον Νετανιάχου ανέφερε ότι ο κύριος μετεκλογικός του στόχος είναι να απονομιμοποιήσει και, ως εκ τούτου, να αποτρέψει την εβραϊκο-αραβική πολιτική συνεργασία που θα μπορούσε να τον στείλει σπίτι του.
«Ανησυχεί πολύ για το ενδεχόμενο μιας κυβέρνησης μειοψηφίας», δήλωσε η πηγή. Ο Νετανιάχου σχεδιάζει ακόμα και να ασκήσει πιέσεις σε μεμονωμένους βουλευτές της αντιπολίτευσης ώστε να μην συνεργαστούν με τα αραβικά κόμματα. Αφού διεξήγαγε εκστρατεία εναντίον τους καθ’ όλη τη διάρκεια των εκλογών, το Λικούντ εξέδωσε δήλωση την Τετάρτη κατηγορώντας τα αραβικά κόμματα ότι «έκλεψαν τις εκλογές» μέσω δωροδοκίας, απειλών, βίας και πλαστογραφίας – υιοθετώντας τους ισχυρισμούς περί εκλογικής απάτης του στενότερου συμμάχου του, του προέδρου Τραμπ. Η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή δήλωσε την Τετάρτη ότι εξετάζει την καταγγελία, αν και είχε ήδη απορρίψει χιλιάδες καταγγελίες από διάφορα κόμματα την ημέρα των εκλογών.
Ο Νετανιάχου σχεδιάζει να «εξουδετερώσει αυτή την πιθανότητα με κάθε μέσο», δήλωσε η πηγή στο CNN, «συμπεριλαμβανομένης της εξαπόλυσης επίθεσης στο Ιράν ή της επιστράτευσης του προέδρου Τραμπ ώστε να παρεμβεί στην ισραηλινή πολιτική σκηνή υπέρ του».
Η αντιπολίτευση φοβάται ότι ο Νετανιάχου θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει μια κρίση ασφαλείας για να καθυστερήσει ή να μπλοκάρει τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης. Πριν από τις εκλογές, ο Νετανιάχου είχε πιέσει τον Τραμπ να εξαπολύσουν κοινή επίθεση στο Ιράν, αλλά η Ουάσινγκτον έκανε πίσω, εν μέρει επειδή ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του ισραηλινού στρατού, Εγιάλ Ζαμίρ, προειδοποίησε ότι αυτό θα μπορούσε να διαταράξει την ψηφοφορία. Πηγή των ισραηλινών υπηρεσιών ασφαλείας ανέφερε στο CNN ότι τα επιχειρησιακά σχέδια είναι έτοιμα και αναμένουν την έγκριση του Τραμπ, πιθανώς μετά τις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ.

«Δεν υπάρχει τρόπος να ξέρουμε τι θα κάνει ο Νετανιάχου», δήλωσε πηγή της αντιπολίτευσης στο CNN. «Γνωρίζουμε ότι μπορεί να προσπαθήσει να πιέσει για μια νέα κλιμάκωση». Μια άλλη πηγή ανέφερε ότι ο Νετανιάχου «θα κάνει ό,τι μπορεί για να μην εγκαταλείψει το πρωθυπουργικό γραφείο, συμπεριλαμβανομένης της πρόκλησης εσωτερικού και εξωτερικού χάους».
Ο Άιζενκοτ, πρώην Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των Ενόπλων Δυνάμεων του Ισραήλ (IDF), κάλεσε τους επικεφαλής της ασφάλειας του Ισραήλ το βράδυ της Τρίτης να θυμούνται ότι «ο Νετανιάχου είναι υπηρεσιακός πρωθυπουργός, χωρίς λαϊκή εντολή και χωρίς την εμπιστοσύνη του κοινού». Μιλώντας σε υποστηρικτές του λίγο μετά τη δημοσιοποίηση των exit polls, ο Άιζενκοτ δήλωσε ότι η κοινή γνώμη «επέλεξε την αλλαγή».
Στην πρώτη του αντίδραση μετά την ενημέρωση των αποτελεσμάτων, ο Άιζενκοτ δήλωσε ότι παραμένει αφοσιωμένος στο «να φέρει την αλλαγή στο Ισραήλ».
Τι ακολουθεί στη συνέχεια
Οι αριθμοί μπορούν ακόμη να αλλάξουν. Η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή έχει στρέψει πλέον την προσοχή τους στους «διπλούς φακέλους» (επιστολικές/ειδικές ψήφους) από στρατιώτες, κρατούμενους, ασθενείς και προσωπικό νοσοκομείων, διπλωμάτες στο εξωτερικό και ψηφοφόρους με αναπηρία. Η επιτροπή εκτιμά ότι υπάρχουν μεταξύ 430.000 και 480.000 διπλοί φάκελοι, αριθμός που αντιστοιχεί σε περισσότερες από 10 έδρες. Καταμετρώνται ξεχωριστά σε μια ειδική διαδικασία επαλήθευσης, με τα τελικά αποτελέσματα να αναμένονται σήμερα Πέμπτη.
Τότε είναι που θα έχουμε και του πρώτους σοβαρούς πολιτικούς ελιγμούς.
Το επόμενο βήμα περνά από τον πρόεδρο Ισαάκ Χέρτζογκ, ο μετεκλογικός ρόλος του οποίου είναι κομβικός. Καθήκον του είναι να διαβουλευθεί με όλα τα εκλεγμένα κόμματα για τον υποψήφιο που προτείνουν για πρωθυπουργό, πριν επιλέξει εκείνον που θεωρεί ότι έχει τις περισσότερες πιθανότητες να εξασφαλίσει την πλειοψηφία των 61 εδρών. Αυτός δεν είναι απαραίτητα ο ηγέτης του μεγαλύτερου κόμματος, αλλά εκείνος με την πιο πιθανή διαδρομή προς έναν συνασπισμό.
Ο Άιζενκοτ είναι πιθανό να συγκεντρώσει περισσότερες προτάσεις από τον Νετανιάχου, καθώς τα αραβικά κόμματα αναμένεται να τον υποστηρίξουν.

Στη συνέχεια, ο χρόνος αρχίζει να πιέζει.
Ο εκλεγμένος υποψήφιος έχει στη διάθεσή του 28 ημέρες – με δυνατότητα παράτασης 14 ημερών – για να διαπραγματευτεί με άλλα κόμματα σχετικά με τις υπουργικές θέσεις, τους προϋπολογισμούς και τις πολιτικές, προκειμένου να σχηματίσει κυβέρνηση. Εάν αποτύχει, η εντολή μεταβιβάζεται σε άλλον υποψήφιο για άλλες τέσσερις εβδομάδες. Εάν αποτύχει και αυτός, η Κνεσέτ αποκτά ένα μικρό χρονικό παράθυρο για να προτείνει έναν εναλλακτικό υποψήφιο. Εάν αποτύχει κι αυτό, η χώρα οδηγείται αυτόματα σε νέες εκλογές.
Ο Νετανιάχου, ως υπηρεσιακός πρωθυπουργός, έχει ένα εγγενές πλεονέκτημα. Εάν ο Άιζενκοτ λάβει πρώτος την εντολή – και αποτύχει – το μόνο που χρειάζεται να κάνει ο Νετανιάχου είναι να περιμένει να περάσει ο χρόνος. Και αν το Ισραήλ βρεθεί εκ νέου οδευόντως προς νέες εκλογές, ο Νετανιάχου θα παραμείνει υπηρεσιακός για μήνες.
Οι επιλογές του Άιζενκοτ
Ο Άιζενκοτ δεν έχει μείνει εντελώς χωρίς επιλογές.
Ακόμη και χωρίς να σχηματίσει κυβέρνηση, η αντιπολίτευση θα μπορούσε να αξιοποιήσει την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία για να αντικαταστήσει τον πρόεδρο της Κνεσέτ και άλλες καίριες θέσεις. Αυτό θα μπορούσε να περιορίσει τη δυνατότητα του Νετανιάχου να κυβερνά και ακόμη και να επιτρέψει στην αντιπολίτευση να προωθήσει νόμους.
Όμως ο Άιζενκοτ, συνταξιούχος αντιστράτηγος, δεν βρίσκεται στο αγαπημένο του πεδίο μάχης. Ο συνασπισμός του Νετανιάχου παραμένει απίστευτα πιστός σε αυτόν και δεν χρειάζεται να ανησυχεί ουσιαστικά για αποσκιρτήσεις. Το ίδιο δεν ισχύει για τον Άιζενκοτ. Ο πολυσυλλεκτικός συνασπισμός του είναι πολύ λιγότερο ευθυγραμμισμένος ιδεολογικά, και ακόμα και το μικρότερο λάθος βήμα θα μπορούσε να διασπάσει το μπλοκ και να στείλει τη χώρα πίσω στις κάλπες.
Προς το παρόν, η προσοχή είναι στραμμένη στον Χέρτζογκ, ο ρόλος του οποίου είναι ακόμη πιο σημαντικός δεδομένου του σημερινού αδιεξόδου. Καθώς κανένα μπλοκ δεν διαθέτει σαφή πλειοψηφία, ενδέχεται να προσπαθήσει να πιέσει τον Νετανιάχου και τον Άιζενκοτ να σχηματίσουν κυβέρνηση εθνικής ενότητας.
«Πρέπει να κάνουμε τα πάντα για να αποφύγουμε άλλον ένα γύρο εκλογών», δήλωσε ο Χέρτζογκ την Τετάρτη, καλώντας τους ηγέτες των κομμάτων να προσέλθουν στις διαβουλεύσεις με «ανοιχτό μυαλό».


