τα 5 καλύτερα της εβδομάδας

spot_img

Η ψυχολογία λέει ότι όσοι γεννήθηκαν τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 δεν είναι πιο ανθεκτικοί λόγω καλύτερης εκπαίδευσης, αλλά επειδή έπρεπε να μάθουν να περνούν χρόνο μόνοι τους

Η ψυχολογία λέει ότι όσοι γεννήθηκαν τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 δεν είναι πιο ανθεκτικοί λόγω καλύτερης εκπαίδευσης, αλλά επειδή έπρεπε να μάθουν να περνούν χρόνο μόνοι τους

Γιατί οι παλαιότερες γενιές φαίνεται να διαχειρίζονται καλύτερα τις δυσκολίες της ζωής.

Η ικανότητα να αντιμετωπίζει κανείς τις δυσκολίες, να διαχειρίζεται τις απογοητεύσεις και να προσαρμόζεται στις αλλαγές της ζωής αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της ψυχικής ανθεκτικότητας. Πρόκειται για μια δεξιότητα που δεν είναι απαραίτητα έμφυτη, αλλά μπορεί να καλλιεργηθεί μέσα από τις εμπειρίες, τις προκλήσεις και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μεγαλώνει ένας άνθρωπος.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώθηκαν όσοι γεννήθηκαν κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, όπως αναφέρει το eleconomista. Σύμφωνα με την ψυχολογική προσέγγιση που περιγράφεται, ένα από τα στοιχεία που ενδέχεται να συνέβαλαν στην ανάπτυξη της ανεξαρτησίας και της ανθεκτικότητάς τους ήταν ο περισσότερος χρόνος που περνούσαν μόνοι τους κατά την παιδική ηλικία.

Σε αντίθεση με όσα συμβαίνουν σε αρκετές οικογένειες σήμερα, όπου η καθημερινότητα των παιδιών οργανώνεται και επιτηρείται σε μεγάλο βαθμό από τους γονείς, πολλά παιδιά εκείνων των δεκαετιών είχαν περισσότερες ευκαιρίες να κινηθούν αυτόνομα, να αντιμετωπίσουν μικρές δυσκολίες και να βρουν μόνα τους λύσεις στα προβλήματά τους.

Αυτές οι εμπειρίες, ακόμη και αν προέκυπταν από τις πρακτικές ανάγκες της εποχής και όχι από κάποια συνειδητή παιδαγωγική επιλογή, ενδέχεται να συνέβαλαν στην ανάπτυξη σημαντικών ψυχολογικών δεξιοτήτων.

Πώς ο χρόνος που περνούσαν μόνοι τους επηρέασε την ψυχολογία τους

Κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, οι κοινωνικές και οικογενειακές συνθήκες ήταν διαφορετικές. Οι εργασιακές υποχρεώσεις των γονιών, οι καθημερινές ανάγκες των νοικοκυριών και οι διαφορετικές αντιλήψεις για την ανατροφή των παιδιών είχαν ως αποτέλεσμα πολλά παιδιά να περνούν αρκετές ώρες χωρίς τη συνεχή παρουσία και επίβλεψη ενός ενήλικα.

Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να αναλάβουν πρωτοβουλίες, να οργανώσουν τον χρόνο τους, να διαχειριστούν διαφωνίες με συνομηλίκους και να αντιμετωπίσουν καταστάσεις χωρίς να αναζητούν αμέσως τη βοήθεια των γονιών τους.

Η καθημερινότητα αυτή μπορούσε να λειτουργήσει ως ένα άτυπο σχολείο αυτονομίας. Μέσα από μικρές και μεγαλύτερες εμπειρίες, τα παιδιά μάθαιναν σταδιακά να εμπιστεύονται τις δυνατότητές τους και να αναλαμβάνουν την ευθύνη των επιλογών τους.

Σύμφωνα με την ψυχολογική ερμηνεία του φαινομένου, αυτή η διαδικασία συνδέεται με την ανάπτυξη τριών σημαντικών δεξιοτήτων:

Επίλυση προβλημάτων: Τα παιδιά εξοικειώνονταν με την αναζήτηση λύσεων χωρίς να περιμένουν κάθε φορά από έναν ενήλικα να παρέμβει.

Ανοχή στην απογοήτευση: Μάθαιναν ότι δεν μπορούσαν πάντα να πετυχαίνουν αυτό που ήθελαν και ότι χρειάζεται υπομονή για να ξεπεραστούν οι δυσκολίες.

Συναισθηματική αυτορρύθμιση: Εξασκούνταν στη διαχείριση των συναισθημάτων τους, ακόμη και όταν αντιμετώπιζαν δυσάρεστες ή αγχωτικές καταστάσεις.

Οι συγκεκριμένες δεξιότητες αποτελούν βασικά στοιχεία της ψυχικής ανθεκτικότητας, δηλαδή της ικανότητας ενός ανθρώπου να προσαρμόζεται στις αντιξοότητες, να ανακάμπτει μετά από δύσκολες εμπειρίες και να συνεχίζει την καθημερινότητά του.

Η ψυχική ανθεκτικότητα λειτουργεί σαν «εμβόλιο» απέναντι στο στρες

Ένας ενδιαφέρων όρος που χρησιμοποιείται στην ψυχολογία είναι ο «εμβολιασμός κατά του στρες». Η ιδέα βασίζεται στο γεγονός ότι η ελεγχόμενη έκθεση ενός ανθρώπου σε διαχειρίσιμες στρεσογόνες καταστάσεις μπορεί να τον βοηθήσει να αναπτύξει στρατηγικές αντιμετώπισης για μελλοντικές δυσκολίες.

Με απλά λόγια, όταν ένα παιδί έρχεται αντιμέτωπο με μικρές προκλήσεις και έχει την ευκαιρία να τις διαχειριστεί μόνο του, αποκτά εμπειρίες που μπορεί να αξιοποιήσει αργότερα στη ζωή του.

Αντί να αποφεύγει κάθε δυσκολία, μαθαίνει σταδιακά να την αντιμετωπίζει. Αντί να περιμένει πάντα την παρέμβαση κάποιου άλλου, αναπτύσσει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις προσωπικές του δυνατότητες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δύσκολη παιδική εμπειρία είναι ωφέλιμη ή ότι η απουσία γονικής φροντίδας ενισχύει αυτομάτως την ψυχική ανθεκτικότητα. Η ουσιαστική διαφορά βρίσκεται στο να έχει ένα παιδί την ευκαιρία να δοκιμάζει, να κάνει λάθη και να μαθαίνει, γνωρίζοντας παράλληλα ότι διαθέτει ένα ασφαλές υποστηρικτικό περιβάλλον στο οποίο μπορεί να απευθυνθεί όταν το χρειάζεται.

Τι είναι οι «γονείς ελικοπτέρου» και γιατί προβληματίζουν τους ειδικούς

Την ίδια στιγμή, τα τελευταία χρόνια έχει αναδειχθεί ένα διαφορετικό μοντέλο γονικής συμπεριφοράς, γνωστό ως «γονείς ελικοπτέρου» (helicopter parents).

Ο συγκεκριμένος όρος περιγράφει τους γονείς που βρίσκονται διαρκώς πάνω από τα παιδιά τους, παρακολουθώντας και ελέγχοντας σχεδόν κάθε πτυχή της καθημερινότητάς τους. Παρεμβαίνουν στις αποφάσεις τους, προσπαθούν να αποτρέψουν κάθε πιθανή αποτυχία και συχνά αναλαμβάνουν να επιλύσουν ακόμη και προβλήματα που τα παιδιά θα μπορούσαν να διαχειριστούν μόνα τους.

Η υπερπροστατευτική αυτή συμπεριφορά δεν περιορίζεται απαραίτητα στην παιδική ηλικία. Σε ορισμένες περιπτώσεις συνεχίζεται και κατά την εφηβεία ή ακόμη και στην ενήλικη ζωή, επηρεάζοντας την αυτονομία των παιδιών.

Το βασικό ζήτημα που αναδεικνύεται είναι ότι, όταν οι γονείς παρεμβαίνουν συνεχώς για να αποτρέψουν κάθε δυσκολία, ενδέχεται να περιορίζουν τις ευκαιρίες των παιδιών να αναπτύξουν τις δικές τους δεξιότητες αντιμετώπισης προβλημάτων.

Πώς μπορεί η υπερπροστασία να επηρεάσει τα παιδιά

Όταν ένα παιδί μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον όπου οι γονείς αναλαμβάνουν διαρκώς να λύνουν τις δυσκολίες του, ενδέχεται να δυσκολεύεται περισσότερο να λειτουργήσει αυτόνομα.

Σύμφωνα με τα ευρήματα ερευνών που αναφέρονται στο σχετικό δημοσίευμα, η υπερβολική γονική παρέμβαση έχει συσχετιστεί με δυσκολίες στη συναισθηματική διαχείριση, στον έλεγχο των παρορμήσεων, αλλά και στην ακαδημαϊκή προσαρμογή.

Ένα παιδί που δεν έχει την ευκαιρία να αντιμετωπίσει μόνο του μια διαφωνία, μια αποτυχία ή μια απαιτητική κατάσταση μπορεί να δυσκολευτεί περισσότερο όταν βρεθεί αντιμέτωπο με αντίστοιχες προκλήσεις χωρίς τη βοήθεια των γονιών του.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η γονική φροντίδα ή η προστασία είναι επιβλαβείς. Αντίθετα, η υποστήριξη και η συναισθηματική ασφάλεια αποτελούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις για την υγιή ανάπτυξη ενός παιδιού. Το ζητούμενο είναι να υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στην προστασία και στην ελευθερία να αποκτά προσωπικές εμπειρίες.

Γιατί είναι σημαντικό να αφήνουμε τα παιδιά να δοκιμάζουν μόνα τους

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ανεξαρτησία δεν αναπτύσσεται όταν οι δυσκολίες εξαφανίζονται από την καθημερινότητα ενός παιδιού, αλλά όταν του δίνεται η δυνατότητα να τις αντιμετωπίζει με την κατάλληλη υποστήριξη.

Οι γονείς μπορούν να ενθαρρύνουν τα παιδιά να παίρνουν πρωτοβουλίες, να αναλαμβάνουν ευθύνες ανάλογες με την ηλικία τους και να επιλύουν τις καθημερινές τους διαφωνίες, χωρίς να παρεμβαίνουν σε κάθε βήμα.

Η δυνατότητα να κάνουν λάθη, να απογοητεύονται και να προσπαθούν ξανά αποτελεί σημαντικό κομμάτι της μαθησιακής και συναισθηματικής τους ανάπτυξης.

Άλλωστε, η ψυχική ανθεκτικότητα δεν είναι ένα χαρακτηριστικό που αποκτάται από τη μια μέρα στην άλλη. Καλλιεργείται σταδιακά, μέσα από εμπειρίες, σχέσεις και προκλήσεις που βοηθούν τον άνθρωπο να γνωρίσει καλύτερα τις δυνατότητές του.

#ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ #ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ

Μετάβαση στην Πηγή

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΩΡΑ