Τα Τζουμέρκα, τόσο στη βόρεια όσο και στην κεντρική τους ζώνη, βρίσκονται ακόμη αντιμέτωπα με τις συνέπειες των έντονων καιρικών φαινομένων που έπληξαν την περιοχή, αφήνοντας πίσω τους εκτεταμένες ζημιές σε υποδομές, καλλιέργειες και φυσικό περιβάλλον. Οι κάτοικοι μετρούν ακόμη τις πληγές τους, ενώ η καθημερινότητα σε αρκετά χωριά παραμένει δύσκολη, με προβλήματα στο οδικό δίκτυο, κατολισθήσεις και φθορές σε ρέματα και ποτάμια που υπερχείλισαν. Παρά το μέγεθος των καταστροφών, δεν έχει προηγηθεί μέχρι σήμερα ένας συνολικός απολογισμός των επιπτώσεων, ούτε έχουν παρουσιαστεί συγκεκριμένα μέτρα αποκατάστασης από τα αρμόδια υπουργεία.
Την ίδια στιγμή, το ενδιαφέρον της Πολιτείας φαίνεται να παραμένει σταθερά προσανατολισμένο στην προώθηση νέων υδροηλεκτρικών έργων στην ευρύτερη περιοχή, προκαλώντας έντονα ερωτήματα και αντιδράσεις. Οι ζημιές που έχουν προκληθεί από την πρόσφατη κακοκαιρία, αλλά και οι επιπτώσεις που αποδίδονται σε υφιστάμενα υδροηλεκτρικά έργα, δεν φαίνεται να λειτουργούν αποτρεπτικά ούτε για τους υποψήφιους επενδυτές ούτε για τα συναρμόδια υπουργεία, τα οποία συνεχίζουν τις διαδικασίες αδειοδότησης σαν να μην έχει μεσολαβήσει τίποτα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η νέα Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για υδροηλεκτρικό έργο στη θέση Παλαιοχώρι, στις τοπικές κοινότητες Βουλγαρελίου και Παλαικάτουνου, η οποία έχει τεθεί σε δημόσια διαβούλευση και αναμένεται να ολοκληρωθεί εντός Μαρτίου. Πρόκειται για μία ακόμη παρέμβαση σε μια ήδη επιβαρυμένη περιοχή, όπου τα υδατορεύματα έχουν δεχθεί αλλεπάλληλες πιέσεις, τόσο από ανθρώπινες δραστηριότητες όσο και από τα ακραία καιρικά φαινόμενα που γίνονται ολοένα συχνότερα.
Το γεγονός ότι προχωρούν νέοι σχεδιασμοί χωρίς να έχει προηγηθεί αξιολόγηση των πραγματικών συνεπειών των υφιστάμενων έργων εγείρει σοβαρά ζητήματα περιβαλλοντικής ευθύνης και πολιτικής επιλογής. Οι τοπικές κοινωνίες βλέπουν τον τόπο τους να δοκιμάζεται διαρκώς, ενώ η εικόνα που διαμορφώνεται είναι πως, παρά την καταστροφή, τα Τζουμέρκα εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως ένας «χώρος διαθέσιμος» για ακόμη περισσότερα υδροηλεκτρικά έργα, χωρίς ουσιαστικό διάλογο και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι αντοχές του οικοσυστήματος.
Η επιμονή στην ανάπτυξη νέων υδροηλεκτρικών, σε μια περίοδο που η περιοχή προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές της, ενισχύει την αίσθηση ότι η προστασία του φυσικού πλούτου και η ασφάλεια των κατοίκων υποχωρούν μπροστά σε επενδυτικές επιλογές και ενεργειακούς σχεδιασμούς που προχωρούν με ταχύτητα, αφήνοντας πίσω τους αναπάντητα ερωτήματα και έντονη κοινωνική δυσφορία.
