Ζήτημα άρσης του εμπολέμου και επιστροφής περιουσιών των Τσάμηδων έθεσε ενώπιον του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης η Αλβανίδα ομόλογός του, κατά την πρώτη επίσημη επίσκεψή της στην Αθήνα, επαναφέροντας ένα θέμα με βαρύ ιστορικό και πολιτικό φορτίο. Η τοποθέτηση αυτή, που έγινε δημόσια χωρίς να ακολουθήσει αντίστοιχα σαφής απάντηση από την ελληνική πλευρά, διαφοροποιείται αισθητά από τη σταθερή γραμμή που ακολουθούσε η Αθήνα τις τελευταίες δεκαετίες, προκαλώντας εύλογα ερωτήματα για τη στάση της ελληνικής διπλωματίας.
Η Αλβανίδα Υπουργός, αποφεύγοντας να χρησιμοποιήσει τον όρο «Τσάμηδες», αναφέρθηκε σε «περιουσίες της αλβανικής κοινότητας στην Ελλάδα», επιβεβαιώνοντας ότι το θέμα τέθηκε ευθέως στις συνομιλίες. Στις δηλώσεις της έκανε λόγο για ανοιχτή συζήτηση ιστορικών, νομικών και περιουσιακών πτυχών, υπογραμμίζοντας την ανάγκη μιας σταδιακής και ρεαλιστικής προσέγγισης στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού πνεύματος και της διμερούς συνεργασίας, με στόχο –όπως ανέφερε– την ενίσχυση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης.
Αντίθετα, από την πλευρά του, ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών δεν προχώρησε σε καμία δημόσια αναφορά στο συγκεκριμένο ζήτημα. Ο κ. Γεραπετρίτης επικεντρώθηκε στη μακροχρόνια φιλία Ελλάδας–Αλβανίας, στον ρόλο της ελληνικής εθνικής μειονότητας στην Αλβανία ως γέφυρα επικοινωνίας, καθώς και στη συμβολή των Αλβανών μεταναστών στην ελληνική κοινωνία και οικονομία. Παράλληλα, τόνισε ότι οι διμερείς σχέσεις πρέπει να βασίζονται στα κοινά συμφέροντα, με προτεραιότητα την ειρήνη, τη σταθερότητα και την ευημερία στην περιοχή.
Στο κοινό πλαίσιο δηλώσεων, οι δύο πλευρές ανέδειξαν την πρόθεση ενίσχυσης της συνεργασίας σε τομείς όπως το εμπόριο, η ενέργεια, οι επενδύσεις, η διασυνοριακή συνεργασία, ο τουρισμός, η εκπαίδευση και ο πολιτισμός. Ιδιαίτερη μνεία έγινε στην ανάγκη πλήρους συμμόρφωσης της Αλβανίας με τις υποχρεώσεις της για την προστασία των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας και για την επίλυση χρόνιων ζητημάτων που αφορούν το κτηματολόγιο.
Ο κ. Γεραπετρίτης επανέλαβε επίσης τη στήριξη της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων, παραπέμποντας στην Ατζέντα της Θεσσαλονίκης και υπογραμμίζοντας την ανάγκη επιτάχυνσης της ενταξιακής πορείας της Αλβανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ελληνική θέση, ωστόσο, παρέμεινε γενικόλογη στα κρίσιμα ζητήματα που τέθηκαν από την αλβανική πλευρά, χωρίς δημόσια αποσαφήνιση ή επανάληψη της πάγιας ελληνικής άρνησης σε ό,τι αφορά τις διεκδικήσεις περί Τσάμηδων.
Διπλωματικές πηγές επισημαίνουν ότι η Αλβανίδα Υπουργός υιοθέτησε επιθετικότερη τακτική, θέτοντας ζητήματα υψηλού συμβολισμού όπως η άρση του εμπολέμου, οι περιουσίες των Τσάμηδων και η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, επιχειρώντας να τα εντάξει σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συνεργασίας στο ΝΑΤΟ και ευρωπαϊκών πρακτικών. Από την άλλη πλευρά, η επιλογή χαμηλών τόνων από την ελληνική πλευρά, σε μια συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα και μετά από σχετική προετοιμασία, αφήνει αναπάντητα κρίσιμα ερωτήματα και δημιουργεί προβληματισμό για τα μηνύματα που εκπέμπονται τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας συνάντησης όπου η αλβανική πλευρά έθεσε με σαφήνεια τις επιδιώξεις της, ενώ η ελληνική διπλωματία προτίμησε να αναδείξει τα θετικά της συνεργασίας, αποφεύγοντας να τοποθετηθεί δημόσια σε ζητήματα που παραδοσιακά θεωρούνται «κόκκινες γραμμές» της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Αυτό το γεγονός, αναπόφευκτα, αναζωπυρώνει τη συζήτηση για τη στρατηγική της Αθήνας απέναντι στα Τίρανα και για το πώς διαχειρίζεται ευαίσθητα ιστορικά και εθνικά θέματα στο πλαίσιο της σύγχρονης ευρωπαϊκής διπλωματίας.
