Η εικόνα που παρουσιάζει το Δημοτικό Κοιμητήριο Άρτας δεν περιγράφεται πλέον απλώς ως προβληματική. Πρόκειται για μια κατάσταση που έχει ξεφύγει από κάθε όριο ελέγχου, με φαινόμενα που προκαλούν οργή και αγανάκτηση στους πολίτες, αλλά και σοβαρά ερωτήματα για τη στάση και τις ευθύνες του Δήμος Αρταίων.
Το ρεπορτάζ του Artinos.gr αποκαλύπτει μια κανονική «παράλληλη οικονομία» που λειτουργεί ανενόχλητη μέσα σε έναν ιερό χώρο. Γυναίκες εμφανίζονται καθημερινά στο κοιμητήριο με το πρόσχημα της επίσκεψης σε συγγενείς, όμως στην πράξη δραστηριοποιούνται επαγγελματικά, χωρίς καμία άδεια, χωρίς κανένα έλεγχο. Αναλαμβάνουν παράνομα καθαρισμούς τάφων, άναμμα καντηλιών και λοιπές εργασίες, με τιμές που ξεκινούν από 20 ευρώ την ημέρα και φτάνουν έως τα 50 ευρώ, ενώ το πλύσιμο τάφων αγγίζει ακόμη και τα 80 ευρώ ανά μνήμα.
Πρόκειται για μια δραστηριότητα που λειτουργεί αποκλειστικά με «μαύρο χρήμα». Καμία απόδειξη, καμία καταγραφή, καμία φορολογική ή διοικητική εποπτεία. Τα χρήματα αλλάζουν χέρια καθημερινά, δημιουργώντας έναν άτυπο τζίρο μέσα στο κοιμητήριο, ο οποίος όχι μόνο δεν ελέγχεται, αλλά φαίνεται να έχει παγιωθεί. Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις, η δραστηριότητα αυτή έχει πάρει οικογενειακά χαρακτηριστικά, με συγγενικά πρόσωπα να μοιράζονται «πελατολόγιο» και χώρο, συγκροτώντας ένα ανεπίσημο αλλά πλήρως λειτουργικό δίκτυο.
Η κατάσταση δεν περιορίζεται μόνο στην οικονομική εκμετάλλευση. Οι εντάσεις είναι συχνές, με καταγγελίες να κάνουν λόγο ακόμη και για συμπλοκές μεταξύ των γυναικών για το ποια θα αναλάβει περισσότερους τάφους. Ένας χώρος που θα έπρεπε να αποπνέει σεβασμό και ηρεμία, μετατρέπεται σε πεδίο αντιπαραθέσεων και ανταγωνισμού.
Την ίδια ώρα, οι κλοπές και οι φθορές συνθέτουν μια εικόνα γενικευμένης λεηλασίας. Καντήλια εξαφανίζονται, λάδι αφαιρείται και – σύμφωνα με μαρτυρίες – επαναπωλείται στην αγορά, ενώ αντικείμενα από μνήματα, όπως βάζα, δοχεία και προσωπικά αφιερώματα, κάνουν «φτερά». Οι βανδαλισμοί δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά, αλλά μέρος μιας καθημερινότητας που προσβάλλει ευθέως τη μνήμη των νεκρών.
Τα περισσότερα περιστατικά καταγράφονται κατά τις βραδινές ώρες, όταν το κοιμητήριο παραμένει πλήρως αφύλακτο. Καμία παρουσία, κανένας έλεγχος, καμία αποτροπή. Και εδώ τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν ένας τόσο ευαίσθητος χώρος, εντός αστικού ιστού, να λειτουργεί χωρίς το παραμικρό σύστημα επιτήρησης;
Οι ευθύνες του Δήμος Αρταίων είναι βαριές και συγκεκριμένες. Οι πολίτες πληρώνουν τέλη ταφής, πληρώνουν για νερό και συντήρηση, όμως σε αντάλλαγμα βρίσκουν έναν χώρο αφημένο στην τύχη του, όπου η παρανομία λειτουργεί ανεξέλεγκτα.
Το ζήτημα δεν είναι απλώς η αδιαφορία. Είναι η πλήρης απουσία διοίκησης και ελέγχου. Διότι όταν μια τέτοια κατάσταση διαιωνίζεται για χρόνια, τότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ατύχημα ή συγκυρία – αποτελεί ξεκάθαρη επιλογή αδράνειας.
Η ανάγκη για άμεσες παρεμβάσεις είναι επιτακτική και δεν επιδέχεται άλλη καθυστέρηση. Το κοιμητήριο οφείλει να λειτουργεί με κανόνες, όπως συμβαίνει σε οργανωμένα κοιμητήρια μεγάλων πόλεων. Να υπάρχει καταγραφή και έλεγχος για το ποιος εισέρχεται και για ποιο λόγο, να οριστούν σαφείς όροι για οποιαδήποτε εργασία εντός του χώρου και να μπει τέλος στην ανεξέλεγκτη δραστηριότητα.
Η ενίσχυση της φύλαξης, η μόνιμη παρουσία προσωπικού, η εγκατάσταση συστημάτων παρακολούθησης και η εφαρμογή κανονισμού λειτουργίας δεν αποτελούν επιλογές, αλλά υποχρέωση.
Γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο διοικητικό ή οικονομικό. Είναι βαθιά ηθικό. Ο σεβασμός προς τους νεκρούς δεν μπορεί να συνυπάρχει με «μαύρες» συναλλαγές, κλοπές και εικόνες διάλυσης. Και όταν αυτό συμβαίνει, η ευθύνη δεν είναι αόριστη. Έχει όνομα – και βαραίνει αυτούς που όφειλαν να προστατεύσουν έναν χώρο ιερό και απέτυχαν.
