
Οι Φρουροί της Επανάστασης προειδοποιούν ότι ο πόλεμος θα συνεχιστεί μέχρι ο «εχθρός να εξαντληθεί πλήρως», εν μέσω νέας αιματοχυσίας και αυξανόμενων εντάσεων στον Κόλπο.
Από τις αυξήσεις στους λογαριασμούς θέρμανσης στη Βρετανία έως το κλείσιμο σχολείων στο Πακιστάν, οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου στη Μέση Ανατολή γίνονται ήδη έντονα αισθητές.
Τα αντίποινα της Τεχεράνης έχουν σχεδιαστεί έτσι ώστε να προκαλέσουν παγκόσμια αναταραχή και ο αντίκτυπός τους φαίνεται πως δεν θα είναι παροδικός.
Δίπλα σε έναν εκτενή κατάλογο όσων κινδυνεύουν να πληγούν σοβαρά, υπάρχουν και κάποιοι που ωφελούνται. Ποιοι είναι αυτοί;
Οι νικητές: Νορβηγία, Καναδάς και Ρωσία
Παρά την στροφή προς ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η παγκόσμια κοινότητα παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Τα πλούσια αποθέματα υπόσχονται μεγάλα κέρδη – γι’ αυτό και το πετρέλαιο αποκαλείται «μαύρος χρυσός». Όταν οι τιμές αυξάνονται, οι παραγωγοί συνήθως κερδίζουν, ενώ οι καταναλωτές επιβαρύνονται.
Ωστόσο, αυτό δεν είναι ένα συνηθισμένο σοκ στις τιμές του πετρελαίου.
Η Μέση Ανατολή αποτελεί παραδοσιακά την «καρδιά» της προσφοράς, με τα Στενά του Ορμούζ να αποτελούν την κύρια «αρτηρία».
Ο αντίκτυπος ενός de facto αποκλεισμού, καθώς και των επιθέσεων σε ενεργειακές υποδομές, έχει πλήξει σοβαρά τους παραγωγούς του Κόλπου, όπως το Κατάρ και η Σαουδική Αραβία.
Καθώς οι αγοραστές αναζητούν εναλλακτικές πηγές, χώρες όπως η Νορβηγία και ο Καναδάς ενδέχεται να επωφεληθούν.
Μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, όταν πολλές χώρες προσπάθησαν να μειώσουν την εξάρτησή τους από το ρωσικό αέριο, η Νορβηγία αύξησε την παραγωγή της – μετατρέποντας την κρίση σε ευκαιρία.
Από την άλλη ο υπουργός Ενέργειας του Καναδά, Τιμ Χότζσον, παρουσιάζει σήμερα τη χώρα του ως «σταθερό, αξιόπιστο και προβλέψιμο παραγωγό ενέργειας», αν και υπάρχουν ερωτήματα για το κατά πόσο μπορεί να αυξήσει την παραγωγή της.
Κάπως έτσι η Ρωσία χρίζεται ο μεγάλος νικητής. Καθώς η Ουάσιγκτον χαλαρώνει τους κανόνες για να αντιμετωπίσει την παγκόσμια έλλειψη προσφοράς, οι εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου προς την Ινδία έχουν αυξηθεί κατά 50%.
Ορισμένες εκτιμήσεις αναφέρουν ότι η Μόσχα θα μπορούσε να αποκομίσει έξτρα κέρδος της τάξης των 5 δισ. δολάρια μέχρι το τέλος Μαρτίου και να καταγράψει το υψηλότερο επίπεδο εσόδων από καύσιμα από το 2022.
Οι ΗΠΑ κινδυνεύουν έτσι να προσφέρουν στη Ρωσία σημαντικά οικονομικά οφέλη, εις βάρος των χωρών του Κόλπου.
Υπάρχουν όμως και άλλοι πιθανοί κερδισμένοι. Με δεδομένο πως ορισμένες χώρες αυξάνουν τη χρήση άνθρακα, ευνοούνται οι μεγάλοι εξαγωγείς όπως η Ινδονησία, καθώς και αυτές οι τιμές ενισχύονται σημαντικά.
Οι ηττημένοι: ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο και Ευρώπη
Ο Ντόναλντ Τραμπ λέει ότι όταν ανεβαίνουν οι τιμές του πετρελαίου, οι ΗΠΑ «βγάζουν πολλά χρήματα».
Πράγματι, εφόσον οι τιμές παραμείνουν στα τρέχοντα επίπεδα, οι Αμερικανοί πετρελαιοπαραγωγοί θα μπορούσαν να αποκομίσουν δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια επιπλέον έσοδα.
Αυτό όμως δεν καθιστά τις ΗΠΑ κερδισμένες.
Πρώτον, επειδή κάποιοι παραγωγοί είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένοι στις διαταραχές της Μέσης Ανατολής. Για παράδειγμα, η ExxonMobil δραστηριοποιείται στο βιομηχανικό κέντρο Ras Laffan στο Κατάρ, όπου η παραγωγή έχει διακοπεί από τις αρχές Μαρτίου.
Δεύτερον, μετά από χρόνια περιορισμού της παραγωγικής ικανότητας, πολλοί παραγωγοί σχιστολιθικού πετρελαίου αδυνατούν να αυξήσουν γρήγορα την παραγωγή.
Και το σημαντικότερο: ανά κάτοικο, οι Αμερικανοί είναι οι μεγαλύτεροι καταναλωτές πετρελαίου και φυσικού αερίου στον κόσμο.
Από τη θέρμανση έως την κατανάλωση καυσίμων στις μετακινήσεις, οι Αμερικανοί είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένοι στις διακυμάνσεις των τιμών των ορυκτών καυσίμων.
Οικονομολόγοι της Oxford Economics προειδοποιούν ότι αν οι τιμές του πετρελαίου εκτιναχθούν στα 140 δολάρια και παραμείνουν εκεί, η οικονομία κινδυνεύει να συρρικνωθεί.
Βεβαίως, οι Αμερικανοί δεν είναι οι μόνοι ευάλωτοι. Η εξάρτηση των Ευρωπαίων καταναλωτών – και του Ηνωμένου Βασιλείου – ιδίως από το εισαγόμενο φυσικό αέριο συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο για την ανάπτυξη.
Οι δυσμενείς εξελίξεις θα έρθουν με όχημα τον πληθωρισμό: οι εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων θα μπορούσαν να προσθέσουν περίπου 0,5% στον πληθωρισμό αργότερα μέσα στο έτος, καθώς οι αυξήσεις των τιμών στα καύσιμα μετακυλίονται σε προϊόντα όπως τα λιπάσματα και τα μεταφορικά κόστη.
Το θετικό είναι ότι, χάρη στη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας τα τελευταία χρόνια, η Δύση είναι γενικά πιο ανθεκτική σε ενεργειακά σοκ σε σχέση με το παρελθόν.
Ωστόσο, με το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο να καλύπτουν πάνω από το μισό της ενεργειακής κατανάλωσης στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οδηγοί, τα νοικοκυριά και οι ενεργοβόροι κλάδοι, όπως η βιομηχανία, παραμένουν εκτεθειμένοι – κάτι που ισχύει για πολλές χώρες παγκοσμίως.
Πολλά θα εξαρτηθούν όχι μόνο από την πορεία των τιμών, αλλά και από τις κυβερνητικές αντιδράσεις, που αποτελούν ήδη έντονο πεδίο συζήτησης.
Δεν προκαλεί έκπληξη ότι πολλές κυβερνήσεις διστάζουν να εξετάσουν μεγάλης κλίμακας πακέτα στήριξης, καθώς τα δημόσια οικονομικά τους βρίσκονται υπό πίεση.
Η αντίδραση των αγορών ομολόγων στον κίνδυνο υψηλότερου πληθωρισμού απειλεί να προσθέσει δισεκατομμύρια στο κόστος δανεισμού ήδη υπερχρεωμένων χωρών.
Η Ασία στην δίνη του κυκλώνα
Φυσικά, η μεγαλύτερη άμεση απειλή αφορά τους βασικούς αγοραστές πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου που κατευθύνονται ανατολικά μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Η Ασία λαμβάνει το 59% του αργού πετρελαίου της από τη Μέση Ανατολή, ενώ η Νότια Κορέα έως και το 70%. Καθώς οι αγορές εκεί υποχωρούν λόγω των διαταραχών και της ανησυχίας για το κόστος, πολιτικοί προειδοποιούν και για τον κίνδυνο στον κλάδο των ημιαγωγών.
Η Νότια Κορέα παράγει πάνω από το μισό των παγκόσμιων chips. Σε άλλες χώρες, όπως η Σρι Λάνκα, το Μπαγκλαντές και οι Φιλιππίνες, έχουν ήδη επιβληθεί μέτρα όπως δελτίο καυσίμων, τετραήμερη εργασία και κλείσιμο εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.
Ωστόσο, οι μεγαλύτεροι καταναλωτές στην ήπειρο είναι κάπως πιο προστατευμένοι, χάρη στον σχεδιασμό και τη διπλωματία. Η Κίνα διαθέτει αποθέματα που καλύπτουν αρκετούς μήνες κατανάλωσης και φέρεται να έχει αυξήσει τις αγορές από το Ιράν.
Το ίδιο ισχύει και για την Ινδία, η οποία εκμεταλλεύεται τη συγκυρία για να στραφεί περισσότερο στη Ρωσία.
Το τι θα συμβεί τελικά εξαρτάται, φυσικά, από την εξέλιξη της σύγκρουσης. Ωστόσο, είναι απίθανο οι ΗΠΑ να είχαν προβλέψει πλήρως όλες αυτές τις οικονομικές συνέπειες όταν σχεδίαζαν τις επιθέσεις κατά του Ιράν.
Και όσο περισσότερο διαρκεί ο πόλεμος, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος όχι μόνο για επιμέρους χώρες, αλλά και για ευρύτερες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία.
