
Σύμφωνα με ανάλυση του Bloomberg, η σύγκρουση για τους δασμούς, εκτός από το εμπόριο αφορά και τα όρια της προεδρικής εξουσίας, τη σχέση θεσμών και την κατεύθυνση της αμερικανικής οικονομικής πολιτικής στον 21ο αιώνα.
Η απόφαση – σταθμός του Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ να ακυρώσει το μεγαλύτερο μέρος των δασμών που επέβαλε ο Ντόναλντ Τραμπ στη δεύτερη θητεία του, αποτελεί μια θεσμική τομή που αναδιαμορφώνει τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας, επανακαθορίζει τις ισορροπίες μεταξύ Λευκού Οίκου και Κογκρέσου και επαναφέρει τη δικαστική εξουσία στο επίκεντρο της οικονομικής πολιτικής.
Όπως αναφέρει σε ανάλυσή του το Bloomberg, αν και ο Τραμπ αντέδρασε μέσα σε λίγες ώρες με την επιβολή νέου παγκόσμιου δασμού 10% για 150 ημέρες, το εργαλείο που χρησιμοποιούσε για αιφνιδιαστικές γεωπολιτικές παρεμβάσεις έχει πλέον περιοριστεί, καθώς το διακύβευμα δεν είναι μόνο οικονομικό πλέον αλλά βαθιά πολιτικό και ιστορικό.
Θεσμική αναμέτρηση με ιστορικές αναλογίες
Με πλειοψηφία 6-3, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η επίκληση του νόμου IEEPA του 1977 για την επιβολή εκτεταμένων δασμών υπερέβη τα όρια της προεδρικής εξουσίας. Πρόκειται για απόφαση που ήδη συγκρίνεται με εμβληματικές στιγμές σύγκρουσης μεταξύ προεδρίας και δικαστικής εξουσίας — όπως η υπόθεση Youngstown, όταν το δικαστήριο μπλόκαρε την προσπάθεια του Χάρι Τρούμαν να εθνικοποιήσει τη χαλυβουργία εν μέσω πολέμου, ή οι σφοδρές αντιπαραθέσεις του Φράνκλιν Ντ. Ρούσβελτ για το New Deal.
Στην πράξη, η απόφαση αφαιρεί από τον Τραμπ τη δυνατότητα να επιβάλλει άμεσα δασμούς ως απάντηση σε γεωπολιτικές εξελίξεις — είτε πρόκειται για ευρωπαϊκές χώρες που αντιτίθενται στα σχέδιά του για τη Γροιλανδία είτε για κράτη που συναλλάσσονται με το Ιράν. Το μήνυμα του δικαστηρίου είναι σαφές: η εμπορική πολιτική δεν μπορεί να ασκείται αποκλειστικά μέσω εκτελεστικών πράξεων χωρίς ουσιαστικό έλεγχο.
Αντίδραση – εξπρές και νέος κύκλος αβεβαιότητας
Ο Τραμπ δεν άργησε να απαντήσει. Ανακοίνωσε βασικό δασμό 10% για 150 ημέρες, επικαλούμενος άλλες νομικές διατάξεις — το Άρθρο 122 και το Άρθρο 301 του Εμπορικού Νόμου του 1974, καθώς και το Άρθρο 232 περί εθνικής ασφάλειας, το οποίο έχει ήδη χρησιμοποιήσει για τον χάλυβα και το αλουμίνιο.
Ωστόσο, αυτές οι διαδικασίες είναι βραδύτερες, πιο σύνθετες και υπόκεινται σε αυστηρότερη τεκμηρίωση. Αυτό σημαίνει ότι το μοτίβο των αιφνιδιαστικών ανακοινώσεων που αναστάτωναν τις αγορές μέσω αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενδέχεται να δώσει τη θέση του σε μια πιο μεθοδική — αλλά εξίσου αβέβαιη — διαδικασία.
Οι αγορές αντέδρασαν αρχικά θετικά, με άνοδο των μετοχών και υποχώρηση του δολαρίου και των ομολόγων. Ωστόσο, πίσω από τη βραχυπρόθεσμη ανακούφιση, επιχειρήσεις και επενδυτές βλέπουν έναν νέο γύρο αβεβαιότητας. Ο Austin Ramirez, επικεφαλής της Husco International, το έθεσε απλά: «Οι επιχειρήσεις αγαπούν τη βεβαιότητα. Με υψηλή αβεβαιότητα, παγώνουμε».
Το κόστος των δασμών και η εύθραυστη ανάπτυξη
Παρά τη ρητορική περί «αναβιομηχανοποίησης», τα στοιχεία δείχνουν μια πιο σύνθετη εικόνα. Οι ΗΠΑ έχασαν 83.000 θέσεις εργασίας στη μεταποίηση το τελευταίο έτος, ενώ οι επενδύσεις σε βιομηχανικά μηχανήματα συρρικνώθηκαν στο τέλος του 2025. Η ανάπτυξη στηρίχθηκε κυρίως στην άνθηση επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη και στα κέντρα δεδομένων.
Αναλύσεις της Fed της Νέας Υόρκης δείχνουν ότι οι δασμοί προσέθεσαν περίπου 0,5% στον πληθωρισμό, με το μεγαλύτερο βάρος να πέφτει σε επιχειρήσεις και καταναλωτές. Το Bloomberg Economics υπολογίζει ότι ακόμη και με τον νέο δασμό 10%, ο μέσος εφαρμοζόμενος συντελεστής θα φθάσει στο 11,4% — τετραπλάσιος σε σχέση με πριν από έναν χρόνο.
Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν αυξανόμενη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων, οι οποίοι συνδέουν τους δασμούς με το αυξημένο κόστος ζωής. Με τις ενδιάμεσες εκλογές να πλησιάζουν, η πολιτική πίεση εντείνεται.
Δισεκατομμύρια σε εκκρεμότητα και νομικός λαβύρινθος
Η απόφαση ανοίγει τον δρόμο για πιθανές επιστροφές έως και 170 δισ. δολαρίων σε εισαγωγείς που κατέβαλαν δασμούς βάσει του IEEPA. Όμως η διαδικασία προμηνύεται χαοτική. Ο δικαστής Brett Kavanaugh προειδοποίησε ότι η επιστροφή χρημάτων σε εταιρείες που ενδεχομένως έχουν ήδη μετακυλίσει το κόστος στους καταναλωτές δημιουργεί σοβαρά πρακτικά και νομικά ερωτήματα.
Το Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου των ΗΠΑ έχει ήδη δεχθεί πάνω από 1.500 αγωγές. Εταιρείες και νομικοί σύμβουλοι σπεύδουν να προλάβουν προθεσμίες, φοβούμενοι ότι ένα λάθος βήμα μπορεί να τους στερήσει οριστικά το δικαίωμα επιστροφής.
Γεωπολιτικές διαστάσεις και το βλέμμα στην Κίνα
Η εμπορική πολιτική του Τραμπ δεν περιορίζεται σε δημοσιονομικούς στόχους. Αποτελεί βασικό πυλώνα της στρατηγικής «America First» και διαπραγματευτικό μοχλό στις συνομιλίες με παγκόσμιους ηγέτες, όπως ο Σι Τζινπίνγκ, με τον οποίο αναμένεται να συναντηθεί σύντομα.
Η απόφαση του δικαστηρίου, ωστόσο, περιορίζει την ευελιξία του να χρησιμοποιεί τους δασμούς ως άμεση απάντηση σε διεθνείς εξελίξεις. Αυτό ενδέχεται να αλλάξει όχι μόνο τη στρατηγική του Λευκού Οίκου, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι εμπορικοί εταίροι αντιλαμβάνονται την αμερικανική ισχύ.
Ένα σημείο καμπής για την προεδρία
Ο Τραμπ έχει καταστήσει σαφές ότι δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει τους δασμούς. Τους θεωρεί εργαλείο ενίσχυσης εσόδων, αναβιομηχανοποίησης και διαπραγματευτικής πίεσης. Όμως, μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η ανοικοδόμηση του «τείχους προστατευτισμού» δεν θα είναι ούτε άμεση ούτε ανεμπόδιστη.
Η επόμενη περίοδος θα καθοριστεί από τρεις παράγοντες: τη νομική μάχη για τις επιστροφές, την ανθεκτικότητα της αμερικανικής οικονομίας και το πολιτικό κεφάλαιο που θα διαθέτει ο πρόεδρος ενόψει εκλογών.
