
Οι άνθρωποι που συγκατοικούν μοιράζονται κατά μέσο όρο το 19% των στελεχών του μικροβιώματος του εντέρου και το 26% των στελεχών του μικροβιώματος του στόματος.
Νέα επιστημονική έρευνα δείχνει ότι οι συγκάτοικοι έχουν κοινό περίπου το 1/4 του μικροβιώματος του στόματος, ενώ τα ζευγάρια που ζουν μαζί εμφανίζουν ακόμη μεγαλύτερη ομοιότητα, πιθανότατα λόγω της στενής σωματικής επαφής και του φιλιού.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Πανεπιστημίου του Τρέντο στην Ιταλία και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Cell Press Blue.
Οι επιστήμονες ανέλυσαν το μικροβίωμα του εντέρου και του στόματος 430 ατόμων που ζούσαν σε 207 νοικοκυριά στην Ιταλία και τα νησιά Φίτζι, εξετάζοντας όχι μόνο τα είδη των βακτηρίων αλλά και τα επιμέρους στελέχη τους.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι άνθρωποι που συγκατοικούν μοιράζονται κατά μέσο όρο το 19% των στελεχών του μικροβιώματος του εντέρου και το 26% των στελεχών του μικροβιώματος του στόματος.
Αντίθετα, άτομα που ζουν στην ίδια κοινότητα αλλά όχι στο ίδιο σπίτι μοιράζονται μόλις το 6% των βακτηρίων του εντέρου τους και πρακτικά κανένα από τα βακτήρια του στόματος. Στα ζευγάρια που συγκατοικούν, το ποσοστό κοινών βακτηρίων στο στόμα φτάνει περίπου το 44%.
Το ανθρώπινο σώμα φιλοξενεί τεράστιους πληθυσμούς μικροοργανισμών, γνωστούς συνολικά ως μικροβίωμα. Οι μικροοργανισμοί αυτοί παίζουν καθοριστικό ρόλο στη λειτουργία του οργανισμού, αν και οι επιστήμονες εξακολουθούν να ανακαλύπτουν τους πολλούς τρόπους με τους οποίους επηρεάζουν την υγεία.
Μέχρι σήμερα ήταν γνωστό ότι το μικροβίωμα διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από τις εμπειρίες και το περιβάλλον των πρώτων χρόνων της ζωής. Ωστόσο, παρέμενε ασαφές σε ποιον βαθμό συνεχίζει να μεταβάλλεται κατά την ενήλικη ζωή και από πού προέρχονται οι νέοι μικροοργανισμοί που εγκαθίστανται στον οργανισμό.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής της μελέτης, καθηγητή υπολογιστικής βιολογίας Nicola Segata, η διατροφή και άλλοι παράγοντες του τρόπου ζωής μπορούν να μεταβάλουν το μικροβίωμα, αλλά αυτοί οι παράγοντες δρουν πάνω στα ήδη υπάρχοντα μικρόβια. Δεν απαντούν στο ερώτημα από πού προέρχονται τα νέα μικρόβια.
Τι δείχνει η νέα έρευνα
Τα νέα ευρήματα δείχνουν ότι το περιβάλλον στο οποίο ζούμε εξακολουθεί να επηρεάζει σημαντικά τη σύνθεση του μικροβιώματός μας ακόμη και στην ενήλικη ζωή.
Η καθημερινή συμβίωση φαίνεται ότι διευκολύνει τη μεταφορά βακτηρίων μεταξύ των ανθρώπων, ιδιαίτερα στο στόμα.
Οι ερευνητές επισημαίνουν επίσης ότι, παρότι η πλειονότητα των βακτηρίων που ζουν στον οργανισμό είναι ακίνδυνα ή ακόμη και ωφέλιμα, ορισμένα από τα πιο εύκολα μεταδιδόμενα στελέχη συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ασθενειών.
Συγκεκριμένα, τα στελέχη του εντέρου που μεταδίδονται ευκολότερα έχουν συσχετιστεί με διαβήτη τύπου 2 και προβλήματα καρδιαγγειακής υγείας, ενώ ορισμένα από τα πιο μεταδοτικά βακτήρια του στόματος έχουν συνδεθεί με καρκίνο του παχέος εντέρου ή με ευκαιριακές λοιμώξεις που εμφανίζονται όταν το ανοσοποιητικό σύστημα είναι εξασθενημένο.
Σύμφωνα με τον κύριο συγγραφέα της μελέτης, Vitor Heidrich, είναι δύσκολο να γνωρίζουν οι επιστήμονες γιατί συμβαίνει αυτό, αλλά ίσως αντανακλά την ικανότητα αυτών των βακτηρίων να αντέχουν σε συνθήκες στρες. Τα ίδια χαρακτηριστικά που τους επιτρέπουν να επιβιώνουν κατά τη μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο ενδέχεται να τα βοηθούν να ευδοκιμούν και σε φλεγμονώδη περιβάλλοντα που σχετίζονται με ασθένειες.
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι τα ευρήματα θα συμβάλουν στην καλύτερη κατανόηση του τρόπου με τον οποίο εξαπλώνεται το ανθρώπινο μικροβίωμα και του ρόλου που μπορεί να διαδραματίζει στην υγεία.
Η βαθύτερη γνώση των μηχανισμών μετάδοσης των μικροοργανισμών θα μπορούσε μελλοντικά να οδηγήσει σε νέες παρεμβάσεις για τη βελτίωση του μικροβιώματος και, κατ’ επέκταση, της υγείας συνολικά.


