
Η νίκη της AfD αναζωπυρώνει τις ανησυχίες στην Ευρώπη, αλλά πρόσφατες εκλογικές ανατροπές δείχνουν ότι η άνοδος της ακροδεξιάς σε όλη την Ευρώπη δεν είναι δεδομένη.
Η εντυπωσιακή νίκη της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) στις περιφερειακές εκλογές αναζωπύρωσε τους φόβους για ενίσχυση της ακροδεξιάς στην Ευρώπη, καθώς οι ψηφοφόροι εκφράζουν επανειλημμένα τη δυσαρέσκειά τους και οι ηγέτες των παραδοσιακών κομμάτων καλούνται να διαχειριστούν μια σειρά από κρίσεις: από το αυξανόμενο κόστος ζωής έως τη ρωσική επιθετικότητα και τις εμπορικές αντιπαραθέσεις με την Κίνα και τις ΗΠΑ.
Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι τα αντιμεταναστευτικά και φιλορωσικά κόμματα έχουν ενισχύσει τη θέση τους σε όλη την ήπειρο τα τελευταία χρόνια, έχουν σημειωθεί και σημαντικές ανατροπές. Ορισμένα, μάλιστα, έχουν αμβλύνει τη ρητορική και τις θέσεις τους, προκειμένου να μπορέσουν να συμμετάσχουν σε κυβερνητικούς συνασπισμούς με μετριοπαθή κόμματα.
Το AfD δεν κατάφερε να εξασφαλίσει την απόλυτη πλειοψηφία στις εκλογές στη Σαξονία-Άνχαλτ, που θα της επέτρεπε να σχηματίσει την πρώτη ακροδεξιά κυβέρνηση κρατιδίου στη Γερμανία από την εποχή των Ναζί – αν και δεν αποκλείεται τελικά να το πετύχει.
Ακροδεξιοί ηγέτες από την Πορτογαλία έως την Αυστρία χαιρέτισαν τη νίκη της AfD, καθώς προετοιμάζονται για μια σειρά εκλογικών αναμετρήσεων σε ολόκληρη την Ευρώπη τους επόμενους μήνες. Οι επερχόμενες εκλογές θα δείξουν αν το αποτέλεσμα στη Γερμανία αποτέλεσε σημείο καμπής στην αποδυνάμωση της αντιφασιστικής πολιτικής συναίνεσης που διαμορφώθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ή αν ήταν απλώς μία ακόμη περίπτωση όπου οι απογοητευμένοι ψηφοφόροι επέλεξαν να απομακρύνουν από την εξουσία τα κυβερνώντα κόμματα.
Τα ακροδεξιά κόμματα έχουν ενισχύσει την επιρροή τους σε αρκετές κυβερνήσεις
Η μεγαλύτερη επιτυχία της ακροδεξιάς τα τελευταία χρόνια ήταν η άνοδος της Τζόρτζια Μελόνι, η οποία έγινε πρωθυπουργός της Ιταλίας, μιας από τις χώρες με τη μεγαλύτερη επιρροή στην Ευρώπη, ηγούμενη ενός κόμματος με νεοφασιστικές ρίζες.
Ωστόσο, η Μελόνι, η οποία προεκλογικά είχε υιοθετήσει επιφυλακτική στάση απέναντι στην ΕΕ, μετρίασε τις θέσεις της μετά την ανάληψη της εξουσίας, κερδίζοντας επαίνους σε ολόκληρη την Ευρώπη, καταφέρνοντας να ηγηθεί της πιο σταθερής ιταλικής κυβέρνησης εδώ και δεκαετίες.
Τώρα, όμως, αντιμετωπίζει πρόκληση από τα δεξιά, από το νεοσύστατο ακροδεξιό κόμμα «Εθνικό Μέλλον» (Futuro Nazionale) με επικεφαλής έναν απόστρατο στρατηγό.
Παράλληλα, ακροδεξιά κόμματα έχουν ενταχθεί σε κυβερνήσεις και έχουν αναλάβει σημαντικά χαρτοφυλάκια στη Φινλανδία, την Κροατία και τη Σλοβακία.
Τα λαϊκιστικά, αντιμεταναστευτικά κόμματα κατέγραψαν επίσης σημαντικά κέρδη στις ευρωεκλογές του 2024, αποτυπώνοντας τη διευρυνόμενη απήχησή τους στα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Έκτοτε, το κεντροδεξιό Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ) έχει εντείνει τον συντονισμό του με την ακροδεξιά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ιστορική μεταρρύθμιση της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής που προώθησε νωρίτερα φέτος, προκαλώντας την έντονη αντίδραση των παραδοσιακών συμμάχων του από την κεντροαριστερά, καθώς και οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
«Είναι κάπως παράδοξο: συνεργάζεσαι μαζί τους για να αποτρέψεις την περαιτέρω ενίσχυσή τους», δήλωσε η Σοφία Ρούσακ, ερευνήτρια στο Centre for European Policy Studies, με έδρα τις Βρυξέλλες.
Οι λαϊκιστές έχουν υποστεί και σημαντικές εκλογικές ήττες
Για 16 χρόνια, ο Βίκτορ Όρμπαν της Ουγγαρίας αποτελούσε σημείο αναφοράς για την ευρωπαϊκή ακροδεξιά και πηγή έμπνευσης για λαϊκιστές σε ολόκληρο τον κόσμο. Ωστόσο, τον Απρίλιο υπέστη συντριπτική ήττα από πρώην σύμμαχό του, ο οποίος είχε κάνει σημαία της προεκλογικής του εκστρατείας την καταπολέμηση της διαφθοράς.
Στην Ολλανδία, ο Γκερτ Βίλντερς, μία ακόμη εμβληματική μορφή της ακροδεξιάς, αποχώρησε από τον κυβερνητικό συνασπισμό στον σχηματισμό του οποίου είχε συμβάλει, όταν οι σύμμαχοί του αρνήθηκαν να στηρίξουν τα σχέδιά του για δραστική αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το ακροδεξιό και αντιμεταναστευτικό κόμμα Reform UK τα τελευταία χρόνια έχει ενισχύσει την επιρροή του και αναδείχθηκε μεγάλος νικητής στις τοπικές εκλογές του Μαΐου. Το αποτέλεσμα ενέτεινε την πίεση στους Εργατικούς, συμβάλλοντας στην απόφαση να αντικατασταθεί ο τότε ηγέτης τους, Κιρ Στάρμερ, από τον νέο πρωθυπουργό Άντι Μπέρναμ.
Παρότι διαθέτει μόλις οκτώ από τις 650 έδρες της Βουλής των Κοινοτήτων, το Reform συχνά βρίσκεται στην πρώτη θέση των δημοσκοπήσεων και κυριαρχεί στον πολιτικό διάλογο για τη μετανάστευση. Υπό την ηγεσία του εθνικιστή Νάιτζελ Φάρατζ, το κόμμα σημειώνει επιτυχίες στις περιοχές που ψήφισαν υπέρ του Brexit το 2016.
Το τελευταίο διάστημα, ωστόσο, το Reform έχει υποστεί σημαντικές εκλογικές ήττες, καθώς έχασε σε αρκετές επαναληπτικές εκλογές, ενώ παράλληλα έχει βρεθεί αντιμέτωπο με ερωτήματα για τη χρηματοδότησή του.
Οι εκλογικές ήττες, ωστόσο, στέλνουν «ένα διπλό μήνυμα», δήλωσε ο Τζέρεμι Κλιφ, διευθυντής σύνταξης του European Council on Foreign Relations.
«Αυτά τα κόμματα μπορούν να ηττηθούν. Όταν όμως βρίσκονται στην εξουσία, δεν σημαίνει ότι κυβερνούν απαραίτητα με χάος ή ότι αποτυγχάνουν», προσθέτει.
Όλα τα βλέμματα στις εκλογές του 2027 σε Γαλλία και Ισπανία
Οι εκλογές του επόμενου έτους στη Γαλλία και την Ισπανία θα μπορούσαν να δώσουν στην ακροδεξιά νέα ώθηση σε ολόκληρη την Ευρώπη ή να ανακόψουν την πορεία της, δήλωσε η Λίζα Μούζιολ, επικεφαλής ευρωπαϊκών υποθέσεων της International Crisis Group.
Ο Ισπανός πρωθυπουργός, Πέδρο Σάντσεθ, τον οποίο η παγκόσμια Αριστερά έχει επαινέσει για τη στάση του στο μεταναστευτικό και στους πολέμους στη Γάζα και το Ιράν, έχει βρεθεί αντιμέτωπος με μαζικές διαδηλώσεις εξαιτίας της κρίσης στα σύνορα της Θέουτα.
Το ακροδεξιό, αντιμεταναστευτικό κόμμα Vox, που διαθέτει μόλις τις 32 από τις 350 έδρες στο ισπανικό κοινοβούλιο, αναμένεται να ενισχυθεί. Ήδη έχει συνάψει συμφωνίες διακυβέρνησης με το κεντροδεξιό Λαϊκό Κόμμα – τη δεύτερη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη – σε τέσσερις περιφέρειες.
Ο Σάντσεθ δήλωσε τη Δευτέρα ότι η νίκη της AfD θα πρέπει να αποτελέσει «προειδοποίηση ότι η απειλή της ακροδεξιάς κερδίζει έδαφος στην Ευρώπη και στον κόσμο» και πως «μια προοδευτική κυβέρνηση συνασπισμού είναι σήμερα πιο αναγκαία από ποτέ».
Στη Γαλλία, η ακροδεξιά ηγέτιδα Μαρίν Λεπέν θεωρείται φαβορί για να διαδεχθεί τον όλο και πιο αντιδημοφιλή πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος συνταγματικά δεν έχει το δικαίωμα να διεκδικήσει τρίτη θητεία. Η Λεπέν έχει εδώ και χρόνια υιοθετήσει σκληρή στάση απέναντι στην ΕΕ και τη μετανάστευση.
Ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Ζαν-Νοέλ Μπαρό, θα είναι μεταξύ εκείνων που θα αναμετρηθούν με την Εθνική Συσπείρωση της Λεπέν στις προεδρικές εκλογές, χαρακτήρισε το αποτέλεσμα στη Γερμανία νίκη «της νεοναζιστικής, αντιευρωπαϊκής και φιλοπουτινικής ακροδεξιάς».
«Πρέπει επειγόντως να ανοίξουμε τα μάτια μας μπροστά στην απόγνωση που ωθεί τέτοιες ιδέες και τέτοια κόμματα στην εξουσία», έγραψε σε ανάρτησή του. «Μπορούμε να το κάνουμε, αλλά αυτή είναι η τελευταία μας ευκαιρία».
Με πληροφορίες από Associated Press


