
Νέα έρευνα δείχνει ότι η έντονη νοητική προσπάθεια επηρεάζει κυρίως την αντοχή και την αντίληψη της κόπωσης.
Μετά από μια απαιτητική ημέρα γεμάτη emails, αναφορές, προβλήματα που πρέπει να λυθούν και συνεχείς αποφάσεις, ακόμη και μία απλή βόλτα μπορεί να μοιάζει πολύ πιο κουραστική. Και αυτό μπορεί να συμβαίνει χωρίς οι μύες να έχουν χάσει πραγματικά τη δύναμή τους.
Το φαινόμενο μελέτησαν ο Benjamin Pageaux, καθηγητής στη Σχολή Κινησιολογίας και Επιστημών Φυσικής Δραστηριότητας του Université de Montréal, και ερευνητές από το Nantes Université. Η μελέτη τους δημοσιεύθηκε στο Peer Community Journal και εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο η πνευματική κόπωση επηρεάζει την αντοχή κατά τη σωματική άσκηση.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι μετά από μια έντονα απαιτητική γνωστική δραστηριότητα οι συμμετέχοντες άντεξαν λιγότερο χρόνο πάνω στο ποδήλατο και ένιωσαν ότι η άσκηση ήταν δυσκολότερη. Ωστόσο, η δραστηριότητα των μυών των ποδιών τους παρέμεινε ουσιαστικά ίδια.
Με απλά λόγια, ο εγκέφαλος μπορεί να κάνει μια σωματική προσπάθεια να φαίνεται δυσκολότερη, ακόμη και όταν οι μύες εξακολουθούν να έχουν την ίδια δυνατότητα να εργαστούν.
Μία ώρα απαιτητικής πνευματικής δραστηριότητας
Για τις ανάγκες του πειράματος, οι ερευνητές συμμετείχαν 18 άτομα σε ένα ελεγχόμενο πρωτόκολλο. Αρχικά, οι συμμετέχοντες ασχολούνταν για μία ώρα με μια γνωστική δραστηριότητα και στη συνέχεια ανέβαιναν σε στατικό ποδήλατο.
Το πείραμα πραγματοποιήθηκε δύο φορές για κάθε συμμετέχοντα. Στη μία περίπτωση παρακολουθούσαν ένα ντοκιμαντέρ, ενώ στη δεύτερη υποβάλλονταν σε μια πιο απαιτητική εκδοχή του τεστ Stroop.
Στο συγκεκριμένο τεστ εμφανίζεται, για παράδειγμα, μια λέξη που δηλώνει ένα χρώμα, αλλά είναι γραμμένη με διαφορετικό χρώμα. Ο συμμετέχων πρέπει να αναφέρει το χρώμα της γραμματοσειράς και όχι τη λέξη που βλέπει. Η διαδικασία απαιτεί από τον εγκέφαλο να καταστείλει την αυθόρμητη απάντηση και να χρησιμοποιήσει μεγαλύτερο βαθμό γνωστικού ελέγχου.
Στη συνέχεια, οι συμμετέχοντες ποδηλατούσαν στο 80% της μέγιστης αερόβιας ισχύος τους μέχρι να μην μπορούν ή να επιλέξουν να σταματήσουν.
Μετά το απαιτητικό τεστ Stroop, ο μέσος χρόνος ποδηλασίας ήταν 887 δευτερόλεπτα, έναντι 999 δευτερολέπτων μετά την παρακολούθηση του ντοκιμαντέρ. Δηλαδή, οι συμμετέχοντες άντεξαν κατά μέσο όρο περίπου 112 δευτερόλεπτα λιγότερο.
Στους 15 από τους 18 συμμετέχοντες καταγράφηκε χειρότερη επίδοση μετά την απαιτητική γνωστική δοκιμασία.
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν επίσης ηλεκτρομυογραφία για να καταγράψουν την ηλεκτρική δραστηριότητα δέκα μυών των ποδιών, μεταξύ των οποίων οι τετρακέφαλοι, οι οπίσθιοι μηριαίοι, οι γλουτιαίοι και οι γάμπες. Δεν διαπιστώθηκε σημαντική διαφορά στη μυϊκή ενεργοποίηση μεταξύ των δύο συνθηκών.
Όχι λιγότερη μυϊκή δύναμη, αλλά διαφορετική αίσθηση της προσπάθειας
Το εύρημα οδηγεί τους ερευνητές σε έναν σημαντικό παράγοντα της αθλητικής αντοχής: την υποκειμενική αντίληψη της προσπάθειας.
Όπως εξηγεί ο Pageaux, η αντίληψη της προσπάθειας αφορά το πόσο δύσκολη και έντονη αισθανόμαστε μια σωματική δραστηριότητα. Δεν ταυτίζεται με τον πόνο, αν και τα δύο μπορεί να συνυπάρχουν κατά τη διάρκεια έντονης άσκησης.
Έτσι, η ίδια ταχύτητα στο τρέξιμο μπορεί μία ημέρα να φαίνεται εύκολη και μια άλλη ημέρα ιδιαίτερα απαιτητική, για παράδειγμα μετά από έναν κακό ύπνο ή μια πολύ κουραστική ημέρα στη δουλειά.
Όσο αυξάνεται η υποκειμενική αίσθηση δυσκολίας, τόσο πιο γρήγορα μπορεί κάποιος να φτάσει στο σημείο όπου αποφασίζει ότι δεν θέλει ή δεν μπορεί να συνεχίσει.
Αυτό φαίνεται να συνέβη και στην έρευνα. Οι συμμετέχοντες ανέφεραν μεγαλύτερη πνευματική κόπωση μετά το τεστ Stroop και παράλληλα σταμάτησαν νωρίτερα την ποδηλασία.
Η επίδραση αφορά κυρίως την αντοχή
Η πνευματική κόπωση δεν φαίνεται να επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο κάθε μορφή σωματικής απόδοσης.
Προηγούμενες έρευνες της ίδιας ομάδας έχουν δείξει ότι δραστηριότητες μικρής διάρκειας και υψηλής έντασης, όπως η άρση μεγάλου βάρους, το άλμα εις ύψος, το σπριντ ή η προσπάθεια ενός παίκτη του ράγκμπι σε μια φάση, δεν επηρεάζονται απαραίτητα από την παρατεταμένη γνωστική προσπάθεια.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, η πνευματική κόπωση δεν φαίνεται να περιορίζει σημαντικά την ικανότητα των μυών να παράγουν μέγιστη δύναμη, ισχύ ή ταχύτητα. Διαφορετική είναι η εικόνα σε δραστηριότητες που απαιτούν παρατεταμένη προσπάθεια.
Στην άσκηση αντοχής, ο αθλητής πρέπει διαρκώς να αξιολογεί την κατάστασή του και να αποφασίζει αν θα συνεχίσει, αν θα μειώσει τον ρυθμό ή αν θα αυξήσει την ένταση. Παράλληλα, πρέπει να διαχειρίζεται συνεχώς το αίσθημα της κόπωσης και της δυσκολίας.
Η πνευματική κόπωση μπορεί επίσης να επηρεάσει τις ψυχοκινητικές δεξιότητες, δηλαδή την ικανότητα εκτέλεσης ακριβών κινήσεων, καθώς και τη λήψη αποφάσεων. Όταν ένα άθλημα απαιτεί ταυτόχρονα αντοχή και γρήγορες αποφάσεις, οι δύο επιδράσεις μπορεί να λειτουργήσουν αθροιστικά.
Πρέπει να αποφεύγουμε την πνευματική εργασία πριν από την προπόνηση; Όχι απαραίτητα.
Σύμφωνα με τον Pageaux, τα ευρήματα δεν σημαίνουν ότι οι αθλητές πρέπει να αποφεύγουν κάθε πνευματική δραστηριότητα πριν από την άσκηση. Η μεγαλύτερη σημασία φαίνεται να βρίσκεται στην αποφυγή της υπερβολικής γνωστικής επιβάρυνσης πριν από έναν σημαντικό αγώνα.
Σε μια διοργάνωση όπου απαιτείται η μέγιστη δυνατή αντοχή, η ξεκούραση του εγκεφάλου πριν από την προσπάθεια μπορεί να είναι χρήσιμη.
Αντίθετα, κατά την προπόνηση, η ελεγχόμενη πρόκληση πνευματικής κόπωσης θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος της προετοιμασίας.
Αυτή είναι και η λογική πίσω από τη λεγόμενη «προπόνηση εγκεφαλικής αντοχής» (brain endurance training), κατά την οποία οι αθλητές εκτίθενται σταδιακά σε γνωστικές απαιτήσεις πριν ή κατά τη διάρκεια της σωματικής άσκησης, ώστε να βελτιώσουν την ικανότητά τους να διαχειρίζονται την πνευματική κόπωση.
Η σωματική κατάσταση παραμένει ο βασικός παράγοντας για την αθλητική επίδοση. Ωστόσο, η κατάλληλη πνευματική προετοιμασία και η εξάσκηση στην αντιμετώπιση της γνωστικής κόπωσης ενδέχεται να προσφέρουν ένα επιπλέον πλεονέκτημα.


