
«Η έρευνά μας μόλις ξεκίνησε», προειδοποιεί ο Ρόμπερτ Γκαρσία, ξεκαθαρίζοντας ότι η αποχώρηση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από την πρεσβεία στην Αθήνα δεν την απαλλάσσει.
Στο στόχαστρο των Δημοκρατικών της Βουλής των Αντιπροσώπων παραμένει η πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, παρά την παραίτησή της, με αφορμή σοβαρές καταγγελίες για φερόμενη εμπλοκή της σε υπόθεση οικονομικών ανταλλαγμάτων με αντάλλαγμα πρόσβαση σε υψηλόβαθμους αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ.
Ο Δημοκρατικός βουλευτής Ρόμπερτ Γκαρσία, επικεφαλής της μειοψηφίας στην Επιτροπή Εποπτείας και Κυβερνητικής Μεταρρύθμισης της Βουλής των Αντιπροσώπων, ξεκαθάρισε ότι η έρευνα για την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ θα συνεχιστεί, παρά την αποχώρησή της από τη θέση της πρέσβεως των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αθήνα.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Γκαρσία, η υπόθεση αφορά καταγγελίες ότι η Γκίλφοϊλ, κατά τη διάρκεια της θητείας της, φέρεται να ζήτησε 100.000 δολάρια από χρηματοδότη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, με αντάλλαγμα τη δυνατότητα πρόσβασης σε υψηλόβαθμα στελέχη της κυβέρνησης Τραμπ στον Λευκό Οίκο.
«Η έρευνά μας μόλις ξεκίνησε»
Ο Ρόμπερτ Γκαρσία χρησιμοποίησε ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα κατά της πρώην πρέσβεως, υποστηρίζοντας ότι η παραίτησή της δεν την απαλλάσσει από την υποχρέωση να δώσει εξηγήσεις.
«Η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ είναι απατεώνισσα και, αν νομίζει ότι θα αποφύγει τη λογοδοσία μόνο και μόνο επειδή παραιτήθηκε, κάνει μεγάλο λάθος. Η έρευνά μας μόλις ξεκίνησε», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Σε επιστολή του προς την πρώην πρέσβη, ο Δημοκρατικός βουλευτής υπογραμμίζει ότι η έρευνα των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εποπτείας θα συνεχιστεί ανεξάρτητα από την αποχώρησή της.
«Παρότι η θητεία σας ως πρέσβεως των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα ολοκληρώνεται, η έρευνα των Δημοκρατικών της Επιτροπής Εποπτείας θα συνεχιστεί», αναφέρει στην επιστολή.
Ακόμη, ξεκαθαρίζει ότι εξακολουθούν να ισχύουν τα αιτήματα για την παροχή αναλυτικών πληροφοριών σχετικά με τα οικονομικά στοιχεία της Γκίλφοϊλ, την προσωπική της αλληλογραφία, καθώς και τις επικοινωνίες που ενδεχομένως είχε με υψηλόβαθμους κυβερνητικούς αξιωματούχους για λογαριασμό προσώπων που τη χρηματοδοτούσαν ή τη στήριζαν.


